Ἑλληνομουσεῖον (τό). Ὀνομασία διδομένη πολλαχοῦ, ἐπὶ Τουρκοκρατίας, εἰς τὰ σχολεῖα ἀνωτέρων πως σπουδῶν. Περί «κοινῶν ἑλληνομουσείων ἐπ᾿ ὠφελείᾳ τοῦ γένους κοινῇ» γίνεται λόγος καὶ ἐν σιγιλλίῳ τοῦ Οἰκουμενικοῦ πατριάρχου Γρηγορίου Ε', ἐκδοθέντι κατ᾿ Αὔγουστον τοῦ 1819.


Σ᾿ αὐτὸν τὸν διαδικτυακὸ χῶρο, ποὺ ἀπευθύνεται στοὺς φίλους τῆς χώρας τῶν Ἀγράφων, φιλοξενοῦνται κείμενα, ἄρθρα, μελέτες, ἀνακοινώσεις, βιβλία εἰκόνες, ταινίες ποὺ ἀφοροῦν ἢ παραπέμπουν στὴν ἱστορία, τὸν πολιτισμό, τὶς παραδόσεις, τὸ φυσικὸ περιβάλλον τοῦ ἱστορικοῦ χώρου τῶν Ἀγράφων, ὅπως αὐτὸς ἦταν γνωστὸς στὴν ὕστερη βυζαντινὴ ἀλλὰ καὶ μεταβυζαντινὴ ἐποχή. Σκοπὸς τῆς δημιουργίας του εἶναι νὰ γίνουν γνωστὰ καὶ νὰ ἀναδειχθοῦν, κατὰ τὰς δυνάμεις ἡμῶν, ὅλα ἐκεῖνα τά ‒ἀνὰ τοὺς αἰῶνες‒ ἰδιαίτερα χαρακτηριστικὰ γνωρίσματα τοῦ τόπου μας καὶ τῶν ἀνθρώπων του.

Σάββατο, 2 Ιανουαρίου 2016

ΜΝΗΜΗ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ († 3 Ἰανουαρίου 1911)

Στέφανου Γρανίτσα: Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης
Τὰ μεσάνυχτα τῆς 2ας  πρὸς 3η  Ἰανουαρίου 1911 ἐκοιμήθη ἐν εἰρήνῃ στὴ γενέτειρά του, τὴν προσφιλῆ του νῆσο Σκιάθο, ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης (1851-1911), ὁ ἐκλεκτότερος τῶν Ἑλληνικῶν Γραμμάτων, ὁ σπουδαιότερος ‒κατὰ πολλούς‒ ἕλληνας λογοτέχνης τῆς χώρας μας μετὰ τὴ σύσταση τοῦ νέου ἑλληνικοῦ κράτους. 
Ξυλογραφία τοῦ Τάσσου


Τὸ ἱστολόγιό μας «Ἑλληνομουσεῖον Ἀγράφων» ἔχει δημοσιεύσει περὶ τῆς σχέσεώς του μὲ τὸν τόπο μας, τὴν Εὐρυτανία, τὰ Ἄγραφα.[1]
Τιμώντας τὴν μνήμη τῶν 105 ἐτῶν ἀπὸ τὴν κοίμησή του καὶ προεκτείνοντας αὐτὴ τὴ σχέση του καταχωρίζουμε ἕνα δημοσίευμα, ἀπὸ τὰ 1908, τοῦ γνωστοῦ ἐκ Γρανίτσης τῶν ἱστορικῶν Ἀγράφων, λογοτέχνη καὶ δημοσιογράφου Στέφανου Γρανίτσα (1880-1915)[2]

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ



Δυὸ πράγματα συμβαίνουν μὲ τὶς μεγάλες μόρφὲς τῆς σκέψεως καὶ τοῦ αἰσθήματος. Ἤ φανερώθηκαν πολὺ νωρὶς γιὰ τὴν φυλή των καὶ ἑπομένως αὐτὴ πρέπει νὰ βαδίσῃ μακρυὰ διὰ νὰ τὰς συναντήσῃ ἢ εἶναι ὡραῖες ἀνθήσεις τῆς βαθυτέρας οὐσίας τῆς ἐποχῆς των καὶ τότε συμβαίνει ὅ,τι στὰ βουνά. Φαίνονται ὑψηλὰ καὶ ὡραῖα μόνον ἀπὸ μακρυά. Ὁ Παπαδιαμάντης εἶναι τὸ μεγάλο βουνὸ τῆς ἐποχῆς αὐτῆς, μία φυσιογνωμία τῆς ψυχῆς της, ἡ ὁποία θὰ φαίνεται ὡραία καὶ μεγάλη μία φόρα καὶ ἕναν καιρό, ὅπου τοὺς τωρινοὺς καιροὺς θὰ τοὺς
ἀγκαλιάζῃ ὁ θρύλος.

Σκίτσο τοῦ Στ. Γρανίτσα ἀπὸ τὸν Ἀλ. Κοντόπουλο
Στὸν Σολωμό, τὸν Βαλαωρίτη καὶ τὸν Κρυστάλλη θὰ καθρεφτίζεται ἕναν μακρυνὸ καιρὸ ἡ  ψυχὴ μιᾶς ἐποχῆς, ὡσὰν ἐπάνω εἰς ἕνα ραγισμένο καθρέφτη. Ἀπὸ τὸν ποιητὴ τῶν «Ἐλευθέρων Πολιορκημένων» καὶ τοῦ «Ὕμνου πρὸς τὴν Ἐλευθερία» ἀναβαίνει ἡ κόκκινη
Φεγγοβολὴ  τῆς ψυχῆς τοῦ Εἰκοσιένα. Ἀπὸ τὸν Κρυστάλλη χύνεται ἡ θεία μουσικὴ τῶν ἑλληνικῶν βουνῶν, ἐπάνω στὰ ὁποῖα ἐπρωτοεπερπάτησε τὸ ὅράμα τῆς Ἐπαναστάσεως. Ἀνάμεσά των στέκει ἡ μεγάλη πνοὴ τῆς ρουμελιώτικης ψυχῆς, ἡ ὁποία λέγεται Βαλαωρίτης, ἡ πότε βουΐζουσα ἀπὸ τὸ ἄγγιγμα τῆς Ἐποποιιας καὶ πότε σφυρίζουσα τὰ ὡραιότερα κελαϊδήματα τῆς ἀκαρνανικῆς ψυχῆς. Γύρω σ' αὐτὸν τὸν κόσμο τοῦ Σολωμοῦ, τοῦ Κρυστάλλη καὶ τοῦ Βαλαωρίτη ὑφαίνεται ὡς μία κορνίζα ὁ Παπαδιαμάντης. Ὁμοιάζει σὰν τὴν θρυλικῆς εὐμορφίας Ροὺθ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ποὺ ἐμάζευε τὰ στάχυα τῶν θερισμένων ἀγρῶν. Ἐπάνω στὰ βουνὰ καὶ τὰ χωράφια καὶ ὁλόγυρα ἀπὸ τὰ ἀκρογιάλια ποὺ ἁπλώθηκε ὁ θυμὸς καὶ ἡ  ὡραιότητα τῆς ἑλληνικῆς ψυχῆς ἀπόμειναν πολλὰ πράγματα, ποὺ φαίνονται τίποτε καὶ τὰ ὁποῖα ὅμως ἀποτελοῦν μεγάλες γραμμὲς τῆς ἐποχῆς. Τὰ καϊκάκια καὶ ἡ γαλανὴ ζωὴ τῶν Ψαράδων ἀνάμεσα ἀπὸ τὴν ὁποία ἐπήδησαν οἱ  Κανάρηδες, τὰ ἐκκλησάκια καὶ τὸ μοσχοβόλημα τῆς βαθειᾶς χριστιανικῆς ἀνατροφῆς τοῦ Λαοῦ, ἐπάνω στὴν ὁποία ἐβασίσθη, ἐμέστωσε, ὑψώθη ἐγιγαντώθη ἡ 'Επανάσταση, τὰ ἀρχοντόσπιτα , γύρω ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἐδέθηκε ὡς ἀπὸ ἀτάραχους κορμοὺς καὶ ἐβύζαξε τὸν ὀπὸν τῆς ζωῆς ὡς κισσὸς ἀπὸ πολύχυμα δένδρα. Ὅλης αὐτῆς τῆς ζωῆς, ἡ  ὁποία τώρα πεθαίνει καὶ ἀπὸ τὴν ὁποία ἐρρόφησε γάλα ρώμης ἡ Ἰδέα τοῦ Σκουφᾶ καὶ τοῦ Ξάνθου, ὁ μεγαλύτερος, ὁ ὡραιότερoς, ὁ ὑπέροχος γλύπτης εἶναι ὁ Παπαδιαμάντης. Ἀνυψώνετα σὲ κομμάτια ὡραιότητoς ἀναγλύψων τοῦ Κεραμεικοῦ. Σὲ λίγα ἔργὰ τῆς Παγκόσμιας φιλολογίας βλέπομε τὴν τέχνη νὰ εἶναι τόσο ὡραια, γιατὶ εἶναι μόνο Φύση. Γιατὶ τὸ οὐσιαστικωτερο γνώρισμα, ἡ βαθύτερη ὡραιότητα τῶν διηγημάτων τοῦ Παπαδιαμάντη εἶναι τὸ ὅτι δὲν ἀγγίζουν καμμία τεχνοτροπία, δὲν ἐνθυμίζουν καμμία φόρμα διηγήματος, δὲν συνεχίζουν τὴν ἠχὼ καμμιᾶς Σχολῆς. Φεύγουν ὡσὰν γεροντικὲς διηγήσεις δίπλα στὸ τζάκι, διηγήσεις οἱ ὁποῖες κάπoτε θαρρεῖς πῶς γίνονται ὡσὰν ἀπὸ φλυαρία, κάπoτε ὡσὰν ἀπὸ θυμό, ἀπὸ ἔρωτα πρὸς τὰ παλαιὰ πράγματα, ἀπὸ παράπονα νοσταλγίας, ἀπὸ θλίψεις ἀναμνήσεων, ἀπὸ χαρὰ ὑπερηφανειῶν, κάτι τὶ ἀπὸ ὅλα αὐτά. ΄’Αρχίζει ὡς διήγημα, ἔπειτα γίνεται μία κουβέντα γυναικούλας, προχωρεῖ ὡς κύριο ἄρθρο ἐφημερίδας καὶ τελειώνει ὡς παραμύθι. Οἱ ἥρωες καὶ ἡρωΐδες τοῦ τώρα φαίνονται σὰν πρόσωπα παραμυθιοῦ καὶ ἔπειτα σοῦ λέγει ὅτι ὁ Ζάχος «κατήγετο ἀπὸ τὴν οἰκογένειαν τῆς Πασίνας, οὕτω συνήθως ἐκαλεῖτο ἡ μάνα του. Θαρρῶ πὼς ἦτᾶν αὕτη δευτέρα ἐξαδέλφη τοῦ πατρός μου». Ποτὲ ἡ ψυχολογία, ἡ παρατήρηση, ἡ φιλοσοφία δὲν ντύθηκαν λιτότερη, ὡραιότερη, ἡδονικώτερη στολή. Κάτω ἀπὸ αὐτὰ τὰ παραμυθάκια λέγονται πράγματα, χορεύουν σκέψεις, ἁπλώνονται ὠκεανοὶ αἰσθημάτων, βουρδουλίζονται κωμικότητες, ὑμνολογοῦνται ὡραιότητες, φωτογραφοῦνταὶ μεγάλoι χαρακτῆρες, πηδοῦν βαθύτατοι θρῆνοι, τραγουδοῦν παρθενικοὶ ἔρωτες, ζοῦν τέλος τεράστιοι κόσμοι. Ὅλὸ αὐτὸ τὸ χάoς τῆς κοινωνικῆς ἱεραρχίας, ποὺ δημιουργήθηκε ἀπὸ τὴ θρασύτητα τῆς ψευτοαρχοντιᾶς τοῦ πλούτου, ἡ ὁποία σηκώνει τὸ πόδι νὰ πατήσῃ τὴν ἀληθινὴν ἀρχοντιὰ τοῦ τζακιοῦ, πετιέται ὡς ἕνα ὡραῖo ἄγαλμα ἀνάμεσα ἀπὸ ὀλίγες γραμμὲς διηγήματος. Μία ἀρχόντισσα παλιᾶς ἐποχῆς καὶ τώρα φτωχὴ ἐπῆγε μία μέρα στὴν ἐκκλησία καὶ βρῆκε στὸ στασίδι της μία νιόνυμφη ἑνὸς πλουσίου μπακάλη. Οἱ θυμοὶ τότε τοῦ εὐγενικοῦ αἵματός της ἐξαπολύονται ὡσὰν κεραυνοί. Ὅλη ἡ ἀναίδεια τοῦ ψευδoαpιστoκρατισμoῦ, ὅλος ὁ θρῆνος τοῦ θανάτου μιᾶς ἀρετῆς, τὴν ὁποία οἱ  ἀρχαῖοι εἶχαν ὡς βάση κοινωνίας, φεύγει σὲ ὀλίγες γραμμὲς ἀπ᾿  ἐκεῖνες τὶς ὁποῖες ἐνῶ τὶς διαβάζoμε πίνομε χασίς, βλέπομε ὑπέροχα ὁράματα καὶ μετὰ ἀπὸ λίγο οὔτε κἂν θυμόμαστε τί ἐδιαβάσαμε. Ὁμοιάζουν τὰ διηγήματά του ὡσὰν τὸ μαγεμένο περιβόλι τῆς λάμιας, διὰ τὸ ὁποῖο, ὅπως διηγεῖται τὸ παραμύθι, ὅσοι ἐπήγαιναν μέσα ἔφευγαν μεθυσμένοι ἀπὸ τὴν εὐμορφιά του χωρὶς νὰ ἐνθυμοῦνται τί εἶδαν καὶ τί ἄκουσαν ...
                                                                                                                    Στέφανος Γρανίτσας                

                                                                                                            Κωνσταντῖνος Σπ. Τσιώλης


Ἀχιλλέας Φραγκίστας (1911-1984). Πρῶτες πληροφορίες γιὰ τὴν Ἀγραφιώτικη οἰκογένεια Φραγκίστα καὶ τὴ σχέση της μὲ τὴ Σκιάθο καὶ τὸν Ἀλέξανδρο Παπαδιαμάντη

[2] Μάρκου Γκιόλια, Ἅπαντα Στέφανου Γρανίτσα, ἐκδ. Τυμφρηστός, Ἀθήνα 1970, σ. 308-310