Ἑλληνομουσεῖον (τό). Ὀνομασία διδομένη πολλαχοῦ, ἐπὶ Τουρκοκρατίας, εἰς τὰ σχολεῖα ἀνωτέρων πως σπουδῶν. Περί «κοινῶν ἑλληνομουσείων ἐπ᾿ ὠφελείᾳ τοῦ γένους κοινῇ» γίνεται λόγος καὶ ἐν σιγιλλίῳ τοῦ Οἰκουμενικοῦ πατριάρχου Γρηγορίου Ε', ἐκδοθέντι κατ᾿ Αὔγουστον τοῦ 1819.


Σ᾿ αὐτὸν τὸν διαδικτυακὸ χῶρο, ποὺ ἀπευθύνεται στοὺς φίλους τῆς χώρας τῶν Ἀγράφων, φιλοξενοῦνται κείμενα, ἄρθρα, μελέτες, ἀνακοινώσεις, βιβλία εἰκόνες, ταινίες ποὺ ἀφοροῦν ἢ παραπέμπουν στὴν ἱστορία, τὸν πολιτισμό, τὶς παραδόσεις, τὸ φυσικὸ περιβάλλον τοῦ ἱστορικοῦ χώρου τῶν Ἀγράφων, ὅπως αὐτὸς ἦταν γνωστὸς στὴν ὕστερη βυζαντινὴ ἀλλὰ καὶ μεταβυζαντινὴ ἐποχή. Σκοπὸς τῆς δημιουργίας του εἶναι νὰ γίνουν γνωστὰ καὶ νὰ ἀναδειχθοῦν, κατὰ τὰς δυνάμεις ἡμῶν, ὅλα ἐκεῖνα τά ‒ἀνὰ τοὺς αἰῶνες‒ ἰδιαίτερα χαρακτηριστικὰ γνωρίσματα τοῦ τόπου μας καὶ τῶν ἀνθρώπων του.

Κυριακή, 31 Μαΐου 2015

ΤΑ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑΤΙΚΑ, ΚΑΙ Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΒΑΡΓΙΑΝΗ, ΣΤΑ ΜΕΓ. ΒΡΑΓΓΙΑΝΑ ΤΩΝ ΑΓΡΑΦΩΝ

                   Τὰ Πνευματικάτικα

Ἕνα μὴ σωζόμενο, λησμονημένο ἐκκλησάκι στὴν τοποθεσία «Βαργιάνια» τῶν Μεγάλων Βραγγιανῶν τῶν Ἀγράφων

Μὲ τὴν εὐκαιρία τῆς ἑορτῆς τῆς Συνάξεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος τὴν 1η Ἰουνίου 2015, σὲ παλαιότερους χρόνους, στὰ Μεγάλα Βραγγιανά, πανηγύριζαν Τὰ Πνευματικάτικα, ἕνα μικρὸ ἐκκλησάκι λίγες ἑκατοντάδες μέτρα ἀνατολικὰ τοῦ συνοικισμοῦ Στανάδες, ἔναντι καὶ λίγο  βορειανατολικὰ τῆς Ἁγίας  Παρασκευῆς, ὅπου καὶ ἡ ἕδρα τοῦ «Ἑλληνομουσείου τῶν Ἀγράφων». 
   Ὁ  Χριστόφορος Δ. Ἀλεξάκης στὸ βιβλίο του «ΒΡΑΓΓΙΑΝΑ ΑΓΡΑΦΩΝ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΟΜΟΥΣΕΙΟΝ ΑΓΡΑΦΩΝ» ἀναφέρει ὅτι: «Τὰ Πνευματικάτικα ἦταν ἕνα μικρὸ ἐκκλησάκι, μὲ δυὸ τρία κελλιὰ τριγύρω, ποὺ χρησίμευε ὡς ἀσκητήριο καὶ ἡσυχαστήριο. Ἦταν χτισμένο στὴν τοποθεσία Βαργιάνια, περίπου 500 μέτρα ἀνατολικὰ ἀπὸ τὴν ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου Δημητρίου, στὴν ἄκρη τῆς ποταμιᾶς. Δὲν γνωρίζουμε τίποτε ἄλλο γιὰ τοῦτο τὸ ἐκκλησάκι-ἀσκητήρι».[1] Ἡ προφορικὴ παράδοση (†Νικ. Γ. Ἀργυρίου, †Σπυρ. Ἀρ. Τσιώλης) μάλιστα μᾶς παραδίδει ὅτι στὰ Βαργιάνια, ὁ καλόγερος σκότωσε τὸν Κουτσουράκη. Ὁ μοναχὸς τοῦ ἀσκητηρίου, προφανῶς ἀμυνόμενος, σκότωσε κάποιον, ‒μᾶλλον μεγαλοκτηνοτρόφο τῆς ἐποχῆς‒, ὁ ὁποῖος ἐπιβουλευόταν τὰ κτήματα στὰ Βαργιάνια. 
Τὰ τοπωνύμια «Βαργιάνια» καὶ «Ἁλαταριές» (λεπτομέρεια) σὲ χειρόγραφο χάρτη τῶν Μεγ. Βραγγιανῶν· ἔργο τοῦ Χριστοφόρου Δημ. Ἀλεξάκη.Προσθήκη λεζάντας
   Μέχρι πρόσφατα, ὅταν πέρασε ὁ δρόμος γιὰ τὴν Ἁγία Παρασκευή, ὑπῆρχαν ἐρείπια κτηρίων στὸ δυτικὸ ἄκρο  στὰ «Βαργιάνια». Τὰ κτήματα καλλιεργοῦνταν μέχρι τὴν δεκαετία τοῦ 1960, ὁπότε, λόγῳ τῆς ἐσωτερικῆς οἰκονομικῆς μεταναστεύσεως τῶν κατοίκων τοῦ χωριοῦ πρὸς τὰ ἀστικὰ κέντρα, ἐγκαταλείφθηκε ἡ καλλιέργειά τους, ὅπως καὶ τῶν περισσοτέρων καλλιεργησίμων ἐκτάσεων τῆς περιοχῆς.

  
Ἄποψη ἀπὸ τὴν τοποθεσία «Βαργιάνια» στὰ Μεγάλα Βραγγιανά.


 Σὲ  Ὀθωμανικὸ  φορολογικὸ  κατάστιχο τοῦ σαντζακίου τῶν Τρικάλων τοῦ ἔτους 859 ἐγίρας (1454-5 μ.Χ.), τὸ  ὁποῖο δημοσιεύθηκε ἀπὸ Τούρκους ἱστορικούς, περιλαμβάνονται δημογραφικὰ καὶ οἰκονομικὰ δεδομένα γιὰ τὰ Μεγάλα Βραγγιανὰ καὶ τοὺς συνοικισμοὺς Βαλάρι καὶ Καρυά τοῦ χωριοῦ, τὰ ὁποῖα δημοσιεύθηκαν ἀπὸ τὸν συγγραφέα-ἐρευνητὴ κ. Ἀνάργυρο-Γιάννη Μαυρομύτη στὸ περιοδικὸ Εὐρυτανικὰ Χρονικά, τεύχη 21-22, καὶ ἀναδημοσιεύθηκαν σχολιασμένα στὸ φ.31 τῆς ἐφημερίδας  «Μεγάλα Βραγγιανὰ (Ἑλληνομουσεῖον Ἀγράφων)».[2] Τὸ κατάστιχο αὐτὸ σώζεται σήμερα στην Κωνσταντινούπολη, στὰ «Ἀρχεῖα Προεδρικοῦ Συμβουλίου τῆς Κωνσταντινουπόλεως, Γενικὴ Διεύθυνση Ἐσόδων-Ἐξόδων (Basvekalet Arsivi, Fonds maliyeeden mudevver), μὲ τὸν ταξινομικὸ ἀριθμὸ Maliyeeden Defter (MAD) 10. Εἶναι  γραμμένο στὴν παλαιοτουρκικὴ γραφή tevki-i, καὶ ἔχει ἐκδοθεῖ στὴ νεοτουρκικὴ (λατινικὴ γραφή) τὸ 2001 ἀπὸ τοὺς τούρκους καθηγητὲς Melek Delilbaşı καὶ Muzaffer Arıkan.[3] Στὴν ἔκδοση δὲν περιλαμβάνεται ἡ ἀπόδοση τῶν ὀνομάτων τῶν φορολογουμένων οἰκογενειῶν στὴ νέα τουρκικὴ λατινικὴ γραφή, ἔργο ποὺ ἀνέλαβε καὶ πραγματοποίησε γιὰ λογαριασμὸ τῆς «Πανευρυτανικῆς Ἕνωσης», ὁ ὀθωμανολόγος Γ. Λιακόπουλος.
        Στὸ κατάστιχο καταχωρίζονται, τὰ ὀνόματα τῶν ἀρχηγῶν (ἀνδρῶν) νοικοκυριῶν, οἱ χῆρες, ὡς ἀρχηγοὶ νοικοκυριῶν, καὶ οἱ ἐνήλικοι ἀνύπανδροι ἄνδρες, καθώς ὅλοι οἱ παραπάνω ἀποτελοῦσαν φορολογικὲς ὁμάδες μὲ διαφορετικὴ φοροδοτικὴ ἱκανότητα.[4] Στὸ κατάστιχο αὐτὸ ἀπαντᾶ τὸ ὄνομα Βαργιάνης 2 φορές (Νικόλας Βαργιάνης καὶ Ἀλέκος Βαργιάνης).  Ἄλλες 3 φορὲς ἀπαντᾶ  ὡς Βαργιάνος (Νικόλαος, Γεώργιος καὶ Μιχαὴλ Βαργιάνος).


Νικόλας Βαργιάνης (Nikolas Varyanis), βλ. Melek Delilbaşı ‒ Muzaffer Arıkan, Hicrî 859 tarihli Sûret-i defter-i sancak-ı Tırhala, τ. ΙΙ: Tıpkıbasım, [Türk Tarih Kurumu Basımevi], Ἄγκυρα 2001, φ. 416 b.

  Ὁ  Max Vasmer στὸ ἔργο του, «Die Slaven in Griechenland», ἀναφερόμενος στὴ Βάριανη ἢ Βάργιανη Δωρίδος, ὑποστηρίζει ὅτι προέρχεται ἀπὸ τὸ ἀρχαιοσλαβικὸ Borjane δηλ. τὸν κάτοικο τοῦ δάσους μὲ τὰ κωνοφόρα.
     Ἴσως ἡ λέξη νὰ εἶναι καὶ σύνθετη ὡς Βαρ(σλαβ. Bap= ἀσβέστης, ἀσβεστώνω) καὶ Γιάννης ἢ Γιάννος. Μπορεῖ νὰ ὑποθέσει κάποιος ὅτι χρησιμοποιοῦσαν τὸν ἀσβέστη ἐπαγγελματικῶς ἢ, ὡς μία ἀκραία ἑρμηνεία, τὸ χρῶμα τοῦ δέρματός τους ἦταν πολὺ λευκό. Ἐνισχυτικὸ αὐτῆς τῆς ἑρμηνείας πώς, πολὺ κοντὰ καὶ  ἀνατολικότερα τῆς τοποθεσίας «Βαργιάνια» ἀπαντᾶ τὸ τοπωνύμιο «Ἀσβεσταριές».     
   Ὁ Ἐμμαν.  Κριαρᾶς, στὴν ἐπιτομὴ τοῦ λεξικοῦ τῆς Μεσαιωνικῆς Ἑλληνικῆς Δημώδους Γραμματείας, 1100-1669,ταυτίζει τὴν λέξη βάργια μὲ τὴ βάρδια (Βεν. vardia) καὶ τὴν ἀποδίδει ὡς φρουρά, φύλακας, σκοπός, φρουρῶ.[5] Ἴσως, στὰ Βαργιάνια, λόγῳ θέσεως στὴν εἴσοδο τοῦ χωριοῦ, νὰ ὑπῆρχε ἔλεγχος γιὰ λόγους ἀσφαλείας στὴν πρόσβαση στὰ Βραγγιανά, ἀπὸ τοὺς ἰδιοκτῆτες τοῦ χώρου.
      Πιθανότατα, ἀπὸ τὸ ὄνομα αὐτῆς τῆς οἰκογένειας ὀνοματοδοτήθηκε ἡ περιοχὴ-τοποθεσία «Βαργιάνια». Ἐνδεχομένως ἐκεῖ βρισκόταν οἱ κατοικίες τους  ἢ τὰ καλλιεργήσιμα κτήματά τους.
      Ἕξη αἰῶνες μετά, στὴν ἐποχή μας, τὸ ὄνομα αὐτό, πλέον, δὲν ἀπαντᾶ στὰ Μεγάλα Βραγγιανά. Ὅμως «ἐπιζεῖ», ἔστω καὶ ἀσυνείδητα, στὴν τοπικὴ ἱστορικὴ μνήμη, μέσῳ τῆς ὀνομασίας τῆς τοποθεσίας «Βαργιάνια».
                         
                                                                                             Κωνσταντῖνος  Σπ. Τσιώλης



[1] Χριστόφ. Δ. Ἀλεξάκης, Μεγάλα Βραγγιανὰ καὶ Ἑλληνομουσεῖον Ἀγράφων, Ἀθῆναι 1990, σ. 208.
[2] . Ἐφ. «Μεγάλα Βραγγιανά»( Ἑλληνομουσεῖον Ἀγράφων), φ. 31, Ἰούλιος-Αὔγουστος-Σεπτέμβριος 2007, σελ. 7.
[3]. Melek Delilbaşı ‒ Muzaffer Arıkan, Hicrî 859 tarihli Sûret-i defter-i sancak-ı Tırhala, metni bir giriş ile neşredenler, τ. Ι, [Türk Tarih Kurumu Basımevi], Ἄγκυρα 2001· Melek Delilbaşı ‒ Muzaffer Arıkan, Hicrî 859 tarihli Sûret-i defter-i sancak-ı Tırhala, τ. ΙΙ: Tıpkıbasım, [Türk Tarih Kurumu Basımevi], Ἄγκυρα 2001.
[4].  Ἀνάργυρος-Γιάννης Μαυρομύτης, «Ὀνοματολόγια χωριῶν Εὐρυτανικῶν Ἀγράφων», Τὰ Ἄγραφα στὴ διαδρομὴ τῆς Ἱστορίας, Πρακτικὰ Συνεδρίου, Τροβάτο-Ἄγραφα-Μεγάλα Βραγγιανά 8-10 Αὐγ. 2008, [Πανευρυτανικὴ Ἕνωση], Ἀθήνα 2009, σ. 179-248.





[5] . Πολὺ γνωστὸ καὶ τὸ διήγημα τοῦ Ἀλεξάνδρου Παπαδιαμάντη, «Βαρδιάνος στὰ σπόρκα» (1893).

Δευτέρα, 18 Μαΐου 2015

19 ΜΑΪΟΥ 1717, ΚΟΙΜΗΣΙΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΤΟΥ ΕΛΑΧΙΣΤΟΥ ΤΟΥ ΕΞ ΑΓΡΑΦΩΝ

Ἀθανάσιος ὁ ἐλάχιστος ὁ ἐξ Ἀγράφων  (Μεγάλα Βραγγιανά, περ. 1665 – Αἰτωλικό, 19 Μαΐου 1717)

  Ἱ. Μ. Παντελεήμονος Ἁγίου Ὄρους, κώδ. 693, φ. 199v. Ἡ ὑπογραφὴ τοῦ Ἀθανασίου τοῦ Ἐλαχίστου σὲ ἐπιστολή του στὶς 23 Μαΐου 1713.

 Τὴ 19η Μαΐου 1717 ἐκοιμήθη στὸ Αἰτωλικὸ ὁ λόγιος ἱερομόναχος Ἀθανάσιος ὁ Ἐλάχιστος ὁ ἐξ Ἀγράφων, ὁ κατὰ σάρκαν ἀδελφὸς τοῦ Ἀναστασίου Γορδίου (1654-1729). Τὴν ἡμερομηνία τοῦ θανάτου του βεβαιώνει ὁ ἴδιος ὁ Γόρδιος μὲ σημείωσή του στὸν κώδικα 693 τῆς Ἱ. Μ. Παντελεήμονος  Ἁγίου Ὄρους, στὸ κάτω περιθώριο τοῦ φ. 180r : «κατὰ τοῦτο καὶ ἐτεθνήκει μαΐου ιθ΄», μετὰ τὴν τελευταία ἐπιστολή του πρὸς τὸν Ἀθανάσιο στὶς 11 Ἀπριλίου 1717. 
Ἱ. Μ. Παντελεήμονος Ἁγίου Ὄρους, κώδ. 693, φ. 180rἩ σημείωση τοῦ Ἀναστασίου Γορδίου: «κατὰ τοῦτο καὶ ἐτεθνήκει μαΐου ιθ΄» ποὺ δηλώνει τὴν ἡμερομηνία κοιμήσεως τοῦ ἀδελφοῦ του Ἀθανασίου


   Ὁ θάνατός του πρέπει νὰ ἦταν αἰφνίδιος καθὼς ὁ Ἀθανάσιος στὴν ἀπαντητική του ἐπιστολὴ στὶς 17 Ἀπριλίου 1717 ἀπὸ τὸ Αἰτωλικὸ πρὸς τὸν Γόρδιο, ὁ ὁποῖος βρισκόταν στὰ Βρανιανά, γράφει: «Ἴσθι γε μὴν ὡς καὶ αὐτὸς ἄχρις οὗ γράφω αὐτῇ ὑγιαίνω σὺν Θεῷ». Ὑπῆρξε, κατὰ δήλωσίν του, μαθητὴς τοῦ Γορδίου καὶ δίδαξε μαζὶ μὲ τὸν ἀδελφό του στὴ Σχολὴ Γραμμάτων τοῦ Αἰτωλικοῦ τοὐλάχιστον ἀπὸ τὸ 1690 καὶ ἕως τὸ 1710. Τότε ὁ Γόρδιος ἀναχώρησε ὁριστικὰ γιὰ τὴ γενέτειρά τους, τὰ Μεγάλα Βραγγιανά (τότε Βρανιανά) τῶν Ἀγράφων, ὁπότε ὁ Ἀθανάσιος ἔμεινε διδάσκων στὸ Αἰτωλικὸ ἕως τὴν  κοίμησή του. Συνέγραψε κυρίως μαθητικὰ βοηθήματα γιὰ τὸ Σχολεῖο τοῦ Αἰτωλικοῦ. Σώζονται καὶ περὶ τὶς ἑκατὸν ἐπιστολές του. Ἀκόμη, σημαντικὴ ὑπῆρξε καὶ ἡ συμβολή του, ὡς γραφέα ἑνὸς μεγάλου μέρους τοῦ κώδικα 693 τῆς Ἱ. Μ. Παντελεήμονος  Ἁγίου Ὄρους, ‒τοῦ ὁποίου ὑπῆρξε κτήτωρ μέχρι τὴν κοίμησή του‒, στὴ διάσωση ἐπιστολῶν λογίων τῆς Τουρκοκρατίας, μεταξὺ τῶν ὁποίων τοῦ Γορδίου καὶ τοῦ Εὐγενίου Γιαννούλη τοῦ Αἰτωλοῦ.

Ἐνδεικτικά, γιὰ τὸν ἀδελφὸ τοῦ Γορδίου Ἀθανάσιο τὸν Ἐλάχιστο βλ. Ἰωάννα Κόλια, «Ἀθανάσιος ἱερομόναχος ὁ ἐξ Ἀγράφων (1656;-1719). Ἡ ἐπιστολογραφία του», Μεσαιωνικὰ καὶ Νέα Ἑλληνικὰ 3 (1990), 215-254· καὶ Ἰωάννα Κόλια, «Ἀθανάσιος ἱερομόναχος ὁ ἐξ Ἀγράφων (†1719). Ἡ ἐπιστολογραφία του», Μεσαιωνικὰ καὶ Νέα Ἑλληνικὰ 4 (1992) 81-159. Ἐπίσης, βλ. Ἀγγελικὴ Σκαρβέλη-Νικολοπούλου, «Ἀθανάσιος ἱερομόναχος ὁ ἐλάχιστος, ὁ ἐξ Ἀγράφων», Σύναξις, ὅ.π., σ. 527-531. Σχετικὰ μὲ τὴν διαβίωση τῶν δύο ἀδελφῶν στὸ Αἰτωλικό, στοὺς ὁποίους προσετέθη καὶ ὁ τρίτος ἀδελφὸς τοῦ Γορδίου ὁ ἱερομόναχος Εὐθύμιος, βλ. Κ. Σπ. Τσιώλης, «Ἀλτάνη Καραντινοῦ, ἡ κυρὰ τοῦ Αἰτωλικοῦ. Ἡ κοινωνία τοῦ Αἰτωλικοῦ στὸ τέλος τοῦ 17ου καὶ τὶς ἀρχὲς τοῦ 18ου αἰ. μέσα ἀπὸ ἐπιστολὲς τοῦ Ἀναστασίου Γορδίου», Ἡ Σχολὴ τοῦ Αἰτωλικοῦ καὶ οἱ Λόγιοι Δάσκαλοι τῶν Ἀγράφων, Πρακτικὰ Ἡμερίδας, Αἰτωλικὸ 26 Ἰουνίου 2010, ἔκδ. ΕΥ.Κ.Ε.Σ.Ε., Ἀθήνα 2011, σ. 75-140.

Πέμπτη, 7 Μαΐου 2015

Ἰωάννης Σ. Βιταλιώτης, ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΑΝΩΝΥΜΟΥ «ΖΩΓΡΑΦΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΤΕΦΑΝΟΥ» ΜΕΤΕΩΡΩΝ ΣΤΑ ΜΕΓΑΛΑ ΒΡΑΓΓΙΑΝΑ ΤΩΝ ΑΓΡΑΦΩΝ

  
  8 Μαΐου, μνήμη τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου καὶ Εὐαγγελιστοῦ

Πανηγυρίζει ὁ ἱ. ν. τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου στὸν ὁμώνυμο συνοικισμό τῶν Μεγάλων Βραγγιανῶν τῶν Ἀγράφων. 
Ὁ ἱ. ν. τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου στὶς 10 Φεβρουαρίου 2008.
    Ὁ μεταβυζαντινὸς  αὐτὸς ναὸς χρονολογεῖται στὰ τέλη τοῦ 16ου μὲ ἀρχὲς τοῦ 17ου αἰώνα καὶ ἁγιογραφήθηκε σὲ  δύο φάσεις στὰ 1646 καὶ 1649 ἀπὸ ἀνώνυμο ζωγράφο, μὲ τὸ ἐργαστήριό του, ἴσως ἀπὸ τὴν Δυτικὴ Μακεδονία, ποὺ εἶναι ὁ ἴδιος,  ὁ ὁποῖος ἁγιογράφησε τὸ παλαιὸ καθολικὸ τῆς μονῆς Ἁγίου Στεφάνου Μετεώρων. Ὁ ἴδιος, μὲ τὸ ἐργαστήριό του, ἁγιογράφησε στὰ 1648 τὸ ἱ. ν. τῆς ἁγ. Παρασκευῆς, τὸ καθολικὸ τῆς ὁμωνύμου Μονῆς, στὴ Γούβα τῶν Μεγάλων Βραγγιανῶν. 
Ἡ κτητορικὴ ἐπιγραφὴ τοῦ κυρίως ναοῦ ἡ ὁποία χρονολογεῖ τὸν διάκοσμό του:
Ἱστορήθη οὗτος ὁ θεῖος κ(αί) πάνσεπτος ναός / τοῦ ἁγίου ἐνδόξου πανευφήμου Ἀποστόλου κ(αί) Εὐαγγελιστοῦ  Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου διὰ ἐξό/ δυο κ(αί) δαπάνης τοῦ τιμιωτάτου κ(αί) εὐγενεστάτου ἀρ/ χόντου κυροῦ Χρίστου ὑοῦ τοῦ Ἀνδρέου τοῦ Λούτζου / ἀρχιερεατεύοντος τοῦ πανιερωτάτου Ἀρχιε/ πισκόπου Φαναρίου κ(αί) Νεοχωρίου κυροῦ Εὐ/ θυμίου ἱερατεύοντος Ἰω(άννου) ἱερέος τοῦ Λούτζου / ἔτει ἀπὸ Ἀδὰμ ΖΡΝΔ΄ Ἐτελειόθη ἱστορία, ἐν μηνί, Αὐγούστο, εἰς τὰς ΚΗ΄.

               
Ἡ κτητορικὴ ἐπιγραφὴ στὸν νότιο τοῖχο τοῦ νάρθηκα τοῦ ναοῦ, ἡ ὁποία χρονολογεῖ τὴν ἱστόρησή του:
Ἐτελειοθη ἡ παρούσα ἱστορία τοῦ ἁγίου ἐν<δ>ώξου Ἀποστώλου κ(αί) Εὐαγγελιστοῦ / Ἰω(άννου) τοῦ Θεωλόγου δᾶ σινδρωμεῆς κῶπου κ(αί) ἐξόδου μετὰ πόθου καὶ ζε/ σι τοῦ τημηοτάτου ἀρχόντου κυροῦ Χρίστου τοῦ Ἀνδρέα / ἐν τῷ εὐδωμικοστῷ ΡΝΖ΄. Ἐτελιόθι ἐν Μι(νί) Αὐγούστου Η΄.

Τὸ ζήτημα αὐτὸ πραγματεύεται ὁ ἐρευνητὴς τοῦ Κέντρου Ἔρευνας τῆς Βυζαντινῆς καὶ Μεταβυζαντινῆς Τέχνης τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν κ. Ἰωάννης Σ. Βιταλιώτης στὴ μελέτη του: ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΑΝΩΝΥΜΟΥ «ΖΩΓΡΑΦΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΤΕΦΑΝΟΥ» ΜΕΤΕΩΡΩΝ ΣΤΑ ΜΕΓΑΛΑ ΒΡΑΓΓΙΑΝΑ ΤΩΝ ΑΓΡΑΦΩΝ, τὴν ὁποία δημοσιεύουμε καὶ στὸ ἱστολόγιό μας.

Γιὰ νὰ δεῖτε ὅλο τὸ ἀρχεῖο, πατῆστε ἐδῶ