Ἑλληνομουσεῖον (τό). Ὀνομασία διδομένη πολλαχοῦ, ἐπὶ Τουρκοκρατίας, εἰς τὰ σχολεῖα ἀνωτέρων πως σπουδῶν. Περί «κοινῶν ἑλληνομουσείων ἐπ᾿ ὠφελείᾳ τοῦ γένους κοινῇ» γίνεται λόγος καὶ ἐν σιγιλλίῳ τοῦ Οἰκουμενικοῦ πατριάρχου Γρηγορίου Ε', ἐκδοθέντι κατ᾿ Αὔγουστον τοῦ 1819.


Σ᾿ αὐτὸν τὸν διαδικτυακὸ χῶρο, ποὺ ἀπευθύνεται στοὺς φίλους τῆς χώρας τῶν Ἀγράφων, φιλοξενοῦνται κείμενα, ἄρθρα, μελέτες, ἀνακοινώσεις, βιβλία εἰκόνες, ταινίες ποὺ ἀφοροῦν ἢ παραπέμπουν στὴν ἱστορία, τὸν πολιτισμό, τὶς παραδόσεις, τὸ φυσικὸ περιβάλλον τοῦ ἱστορικοῦ χώρου τῶν Ἀγράφων, ὅπως αὐτὸς ἦταν γνωστὸς στὴν ὕστερη βυζαντινὴ ἀλλὰ καὶ μεταβυζαντινὴ ἐποχή. Σκοπὸς τῆς δημιουργίας του εἶναι νὰ γίνουν γνωστὰ καὶ νὰ ἀναδειχθοῦν, κατὰ τὰς δυνάμεις ἡμῶν, ὅλα ἐκεῖνα τά ‒ἀνὰ τοὺς αἰῶνες‒ ἰδιαίτερα χαρακτηριστικὰ γνωρίσματα τοῦ τόπου μας καὶ τῶν ἀνθρώπων του.

Πέμπτη, 30 Απριλίου 2015

Ἀλέξανδρος Μωραϊτίδης : Η ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ ΕΙΣ ΤΑΣ ΕΠΑΡΧΙΑΣ

1Μαΐου 1902
Ἀλέξανδρος Μωραϊτίδης                  

 Η ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ ΕΙΣ ΤΑΣ ΕΠΑΡΧΙΑΣ 

Τὸ ἱστολόγιο ellinomouseionagrafon.blogspot.com εὔχεται καλὸν μῆνα, καλὴ πρωτομαγιά, μὲ ἕνα (ἀθησαύριστο) πρωτομαγιάτικο δημοσίευμα τοῦ Ἀλεξάνδρου Μωραϊτίδη (Σκιάθος 1850-1929) τῆς 1ης Μαΐου 1902. Ὁ Σκιαθίτης λόγιος εἶχε ὲπισκεφθεῖ τὸ Καρπενήσι καὶ περιγράφει τὸ ταξίδι καὶ τὴν πρωτεύουσα πόλη τῆς Εὐρυτανίας στὰ ταξιδιωτικά του κείμενα. Ἐπίσης στὸ ἔργο του σχολιάζει τὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς Προυσιωτίσσης, ἐνῶ γνώριζε προσωπικὰ τὸν Καρπενησιώτη λογοτέχνη καὶ Ἀκαδημαϊκὸ Ζαχαρία Παπαντωνίου (Καρπενήσι 1877-Ἀθήνα 1940).




Κωνσταντῖνος Σπ. Τσιώλης

 

Πέμπτη, 9 Απριλίου 2015

ΠΑΣΧΑΛΙΝΟ ΕΠΙΓΡΑΜΜΑ ΤΟΥ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ ΓΟΡΔΙΟΥ

                                          Ἀναστάσιος Γόρδιος (1654-1729)
                  Πασχαλινό (ἀνέκδοτο) ἐπίγραμμα, ἑρμηνεία τοῦ Χριστὸς Ἀνέστη


ΜΕΤΑΓΡΑΦΗ:
ˏαψια΄ ἀπριλλίου α΄ : ἐν Βρανιανοῖς .
Χώρου ἐκ νεκύων Χριστὸς ποτὶ γαῖαν ἀνῆλθε,
πᾶσαν ἵν᾿ ἐκσπάσας τῷ θανάτῳ θανάτου,
καὶ τοῖς ἐν ζοφεροῖς ἀδύτοις θ᾿ ὑποκευθομένοισι
δοὺς ἀπέραντον ἔχειν οὐράνιόν τε βίον.
ΑΠΟΔΟΣΗ:
Βρανιανά, 1η Ἀπριλίου 1711
Ἀπὸ τὴ Χώρα τῶν νεκρῶν ἀνέβηκε ὁ Χριστὸς στὴ γῆ ἐπάνω
θρυμματίζοντας μὲ τὸν δικό Του Θάνατο τὸν θάνατο,
κομίζοντας στοὺς θαμμένους σὲ μαῦρα σκοτάδια
ἐπουράνια, ἀτέλειωτη ζωή.

Τὴν 1η Ἀπριλίου 1711,[1] ἡμέρα τοῦ Πάσχαὁ Ἀναστάσιος Γόρδιοςεὑρισκόμενος στὴ γενέτειρά του, τὰ Βρανιανὰ τῶν Ἀγράφων, συνέθεσε ἕνα ἐπίγραμμα μὲ ἑρμηνευτικὴ  ἀπόδοση τοῦ ἀναστασίμου τροπαρίου «Χριστὸς Ἀνέστη».[2] Χρησιμοποιεῖ  λέξεις ἀρχαιοελληνικὲς καὶ ἀπὸ τὰ ὁμηρικὰ ἔπη καὶ ἀποδίδει πιστὰ καὶ μὲ ζωντάνια τὸ πνεῦμα καὶ τὸ περιεχόμενο τοῦ τροπαρίου, καθὼς ὁ ἴδιος εἶχε στέρεη, ὀρθόδοξη θεολογικὴ καὶ φιλολογικὴ συγκρότηση. Ὁ Γόρδιος ἦταν γνωστὸς ὡς συνθέτης ἐπιγραμμάτων, τὴ σύνθεση τῶν ὁποίων διδάχθηκε στὰ σχολεῖα τῆς ἐποχῆς τῶν σπουδῶν του, ἀφοῦ εἶναι γνωστὸ πὼς στὸ πρόγραμμα σπουδῶν τους περιλαμβανόταν καὶ ἡ Ἐπιγραμματογραφία.[3] Εἶναι χαρακτηριστικὸ πὼς περὶ τὸ 1689 ἔγραψε, μὲ ἀφορμὴ τὴ σωτηρία του ἀπὸ λοιμικὴ νόσο, δίστιχα ἐπιγράμματα γιὰ ὅλους τοὺς 69 ναοὺς τῆς Ζακύνθου (62 ὀρθοδόξους καὶ 7 τῶν δυτικῶν).[4] Ἦταν τὸ πρῶτο Πάσχα τοῦ Γορδίου στὰ Βρανιανά (νῦν Μεγάλα Βραγγιανὰ τῶν Ἀγράφων τῆς Εὐρυτανίας) μετὰ ἀπὸ εἴκοσι πέντε καὶ πλέον χρόνια ἀπουσίας ἀπὸ τὴ γενέτειρά του. Ἡ τελευταία γραπτὴ χρονολογημένη παρουσία του στὰ Βρανιανὰ εἶναι στὶς 21 Δεκεμβρίου 1686· πρόκειται γιὰ τὴν ἐπιστολή του πρὸς τὸν ἱερομόναχο Παρθένιο τῆς Μονῆς Μούχας τῶν Ἀγράφων,[5] ἐνῶ ἡ ἑπόμενη γραπτὴ μαρτυρία γιὰ τὴν ἐπάνοδό του στὰ Βρανιανά εἶναι χρονολογεῖται στὶς 27 Σεπτ. 1710, ὅταν γράφει στὸν ἀδελφό του Ἀθανάσιο στὸ Αἰτωλικό. Ἀπὸ τὴν ἐπιστολὴ αὐτὴ ἡ ἐπάνοδος στὴν ἰδιαίτερη πατρίδα του τοποθετεῖται στὸν Αὔγουστο τοῦ 1710. Ἀπὸ τότε, μέχρι τὴν κοίμησή του στὶς 7 Ἰουνίου 1729,[6] παρέμεινε στὰ Βρανιανά, μὲ ἐξαίρεση μικρά, ὀλιγόμηνα διαστήματα ἀπουσίας (1713-1714) σὲ μονὲς τῆς περιοχῆς καὶ στὸ Αἰτωλικό.[7] Τὸ ἐπίγραμμα σώζεται στὴ σελίδα 286 τοῦ κώδικα 18 τῆς Δημόσιας Βιβλιοθήκης Λαρίσης καὶ ἔχει ἀντιγραφεῖ, πιθανῶςἀπὸ χέρι μαθητῆ τοῦ Γορδίου, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ ἴδιος ποὺ ἀντέγραψε καὶ ἐπιστολὲς τοῦ δασκάλου του στὸν κώδ. Ἱ. Μ. Παντελεήμονος Ἁγ. Ὄρους 781, φ. 147r-166r.[8]
                                                                   
                                                                              Κωνσταντῖνος Σπ. Τσιώλης



[1]. Βλ. Α. Σ. Ἀναστασιάδου, Τὸ Σύμπαν, ἐκδ. Νεοελληνικὰ Γράμματα, Ἀθήνα χχ., σ. 561, ὅπου, βάσει    πίνακος, ὑπολογίζεται, πὼς  1η Ἀπριλίου 1711  ἦταν Σάββατο.


[2]. Ὅμως, ἄλλες πηγὲς ὁρίζουν πὼς  1η Ἀπριλίου τοῦ ἔτους 1711 ἦταν Κυριακὴ τοῦ Πάσχα, (βλ. Μάρκου ἱερέως Μαρᾶ τοῦ Κρητός, Τυπικόν, Ἐνετίῃσι αχπε΄, σ. σκδ΄· H. LietzmannD. KAland, Zeitrechnung der Roemischen Kaiserzeit, des Mittelalters und der Neuzeit fuer die Jahre 1-2000 nach Christus, Βερολίνο 1965, σ.67· http://lyk-peir-anavr.att.sch.gr/Lessons/04NATURALSCI/Astronomy/General/04_Easter/pasxa.htm ὅπου τὸ Πάσχα τοποθετεῖται μὲ τὸ νέο ἡμερολόγιο στὶς 12 Ἀπριλίου καὶ ἀφαιρώντας 11 ἡμέρες ὅπως προβλέπεται γιὰ τὰ ἔτη1700-1800 τότε καταλήγουμε πὼς τὸ Πάσχα ἐκείνου τοῦ ἔτους ἦταν  Ἀπριλίου.
[3]. Βλ. Ἀγγελικὴ Σκαρβέλη­-Νικολοπούλου, Τὰ Μαθηματάρια τῶν Ἑλληνικῶν Σχολείων κατὰ τὴν Τουρκοκρατία, ἐκδ. Σύλλογος πρὸς διάδοσιν  Ὠφελίμων Βιβλίων, Ἀθήνα 1994, σ. 168-171.
[4]. Κ. Δυοβουνιώτης, «Ἀναστασίου Γορδίου Ἀπαρίθμησις ἁπασῶν τῶν ἐν τῇ πόλει τῆς Ζακύνθου ἐκκλησιῶν μετ᾿ ἐπιγραμμάτων διστίχων ἰαμβικῶν ἐν ἔτει 1689», Πρακτικὰ Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν 8 (1933) 45-54· Κ. Δυοβουνιώτης, «Ἀναστασίου Γορδίου ἐπιγράμματα, Θεολογία 11 (1933) 319-328.
[5]. Ὁ ἱερομόναχος Παρθένιος, ἡγούμενος τῆς μονῆς Γενεσίου τῆς Θεοτόκου Μούχας,  ὑπῆρξε μαθητής τοῦ Γορδίου· βλ. γι᾿ αὐτόν, Γεώργιος Κλῆμος, Ἱστορικὰ στοιχεῖα Καστανιᾶς καὶ Μούχας Ἀγράφων, Καρδίτσα 2010, σ. 291· Βασίλης Ν. Μαγόπουλος, Η πάλαι ποτὲ Ἱερὰ καὶ Σεβασμία Μονὴ τῆς Μούχας τῶν Ἀγράφων, Καρδίτσα 2008, σ. 51-52.
[6]. Βλ. Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη τῆς Ἑλλάδος, Κώδ. 443, σ.1.· Π. Ι. Βασιλείου, «Ὁ Ἀναστάσιος Γόρδιος καὶ τὸ ἔργον του (1654-1729)», Θεσσαλικὰ Χρονικὰ 10 (1971) 153-154, σημ. 1.· Ἀνάργυρος-Γιάννης Μαυρομύτης,  Κατάλογος παλαιοτύπων ἐκκλησιαστικῶν βιβλίων Ν.Εὐρυτανίας, ὑπὸ ἔκδοσιν, μὲ σχόλια καὶ σημειώσεις, ὅπου σὲ Μηναῖο τοῦ Κερασόβου (τετύποτε Ἑνετίησιν παρὰ Ἀνδρέῳ τῷ Ἰουλιανῷ ,αχπδ΄) μνημονεύεται μὲ τὸ κωδικογραφικὸ σύστημα τῶν τριῶν γραμμάτων ὡς χρονολογία κοιμήσεως τοῦ Γορδίου τὸ ἔτος 1729.

[7]. Βλ. Ἀναστάσιος Γόρδιος, Ἀλληλογραφία (1675-1728), Ἔκδοση: Χαρίτων Καρανάσιος ‒ Ἰωάννα Κόλια, Προλεγόμενα‒Σχόλια: Χαρίτων Καρανάσιος, τ. Α΄‒Β΄, [Κέντρον Ἐρεύνης τοῦ Μεσαιωνικοῦ καὶ Νέου Ἑλληνισμοῦ / Ἀκαδημία Ἀθηνῶν], Ἀθήνα 2011, σ. 35-36.
[8]. Χαρίτων Καρανάσιος, «Κατάλογος τῶν ἑλληνικῶν χειρογράφων τῆς Δημόσιας Βιβλιοθήκης Λαρίσης», Μεσαιωνικὰ καὶ Νέα Ἑλληνικὰ 10 (2012) 276—280.