Ἑλληνομουσεῖον (τό). Ὀνομασία διδομένη πολλαχοῦ, ἐπὶ Τουρκοκρατίας, εἰς τὰ σχολεῖα ἀνωτέρων πως σπουδῶν. Περί «κοινῶν ἑλληνομουσείων ἐπ᾿ ὠφελείᾳ τοῦ γένους κοινῇ» γίνεται λόγος καὶ ἐν σιγιλλίῳ τοῦ Οἰκουμενικοῦ πατριάρχου Γρηγορίου Ε', ἐκδοθέντι κατ᾿ Αὔγουστον τοῦ 1819.


Σ᾿ αὐτὸν τὸν διαδικτυακὸ χῶρο, ποὺ ἀπευθύνεται στοὺς φίλους τῆς χώρας τῶν Ἀγράφων, φιλοξενοῦνται κείμενα, ἄρθρα, μελέτες, ἀνακοινώσεις, βιβλία εἰκόνες, ταινίες ποὺ ἀφοροῦν ἢ παραπέμπουν στὴν ἱστορία, τὸν πολιτισμό, τὶς παραδόσεις, τὸ φυσικὸ περιβάλλον τοῦ ἱστορικοῦ χώρου τῶν Ἀγράφων, ὅπως αὐτὸς ἦταν γνωστὸς στὴν ὕστερη βυζαντινὴ ἀλλὰ καὶ μεταβυζαντινὴ ἐποχή. Σκοπὸς τῆς δημιουργίας του εἶναι νὰ γίνουν γνωστὰ καὶ νὰ ἀναδειχθοῦν, κατὰ τὰς δυνάμεις ἡμῶν, ὅλα ἐκεῖνα τά ‒ἀνὰ τοὺς αἰῶνες‒ ἰδιαίτερα χαρακτηριστικὰ γνωρίσματα τοῦ τόπου μας καὶ τῶν ἀνθρώπων του.

Πέμπτη, 17 Μαΐου 2018

ΑΝΤΩΝΗΣ Ν. ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ



«λόγια ριζωμένα»

Τὸ «Ἑλληνομουσεῖον Ἀγράφων» βρέθηκε στὶς 2 Μαΐου 2018 στὰ Γρεβενά, ὅπου συμμετεῖχε,  στὴν παρουσίαση τοῦ βιβλίου ΄΄λόγια ριζωμένα΄΄, τοῦ καλοῦ φίλου τῶν Ἀγράφων Ἀντώνη Παπαβασιλείου. Ἕνα ἔργο σκέψεων καὶ στοχασμῶν τοῦ συγγραφέα, μὲ μορφὴ πεζοποιημάτων, ποὺ πραγματεύεται ποικίλα ζητήματα καὶ θέματα ἀπὸ ὅλους τοὺς χώρους καὶ τοὺς τόπους τῶν ἰδεῶν του καὶ τῶν ὀνείρων του· ξυπνητῶν καὶ μή. 



Γρεβενά, 2 Μαΐου 2018
ΑΝΤΩΝΗΣ Ν. ΠΑΠΑΒΑΣΙΕΛΕΙΟΥ
Λόγια ριζωμένα

Λόγος εἰς Ἀντώνιον Ν. Παπαβασιλείου 

Πρὶν ἀπὸ τέσσερα χρόνια, στὰ Γρεβενά, στὰ πλαίσια ἑνὸς ἱστορικοῦ Συνεδρίου γιὰ τὴ Δυτικὴ Μακεδονία, ἀναζήτησα, ἐπὶ τρεῖς ἡμέρες ‒μὲ προτροπὴ σεβάσμιου κοινοῦ μας φίλου ἀπὸ τὶς Σποράδες‒  τὸν Ἀντώνη Παπαβασιλείου, τὸν ὁποῖο δὲν γνώριζα οὔτε κατ᾿ ὄψιν. Μόνο ἀπὸ φῆμες περὶ τῶν δραστηριοτήτων του καὶ τῶν ἐνδιαφερόντων του. Εἰς μάτην. Ἡ πιὸ συχνὴ ἀπάντηση ἦταν πώς:
—Ἐδῶ μόλις πρὸ ὀλίγου μὰ ἔφυγε.
Φαντάστηκα ἕνα ἐξαιρετικὰ δραστήριο, γοητευτικὸ καὶ δημοφιλὲς πρόσωπο ποὺ ὑφαρπάζεται ‒ἀπάγεται‒ ἀπὸ τοὺς περὶ αὐτὸν συνειγμένους ἤ κάποια παπαδιαμάντειο προσωπικότητα ποὺ ἀποφεύφει μετὰ πάθους τὴ δημοσιότητα γιὰ νὰ μὴν ἐξάπτει τὴν περιέργεια τοῦ κοινοῦ.
Mά, σκέφτηκα ἀναχωρώντας, καὶ ὁ Μπάρακ Ὀμπάμα νὰ ἦταν στὰ Γρεβενὰ θὰ τὸν συναντοῦσα!
Πέρασε καιρός, ἴσως καὶ 2-3 χρόνια, καὶ ἄκουγα συχνὰ-πυκνὰ περὶ Παπαβασιλείου ἀπὸ κοινοὺς γνωστούς, ἀλλὰ μέχρις ἐκεῖ. Κάποια Κυριακή, πάλι ἕνας κοινὸς σεβάσμιος φίλος καὶ λειτουργὸς τοῦ Ὑψίστου μὲ ἐρώτησε ἂν μπορῶ νὰ ἀναλάβω μία μικρή, ἑβδομαδιαία ὅμως, ὑποχρέωση.
—Ἕνας ταλαντοῦχος διάκονος τοῦ γραπτοῦ λόγου ἐκ Γρεβενῶν δημοσιεύει κάθε ἑβδομάδα σὲ τοπικὸ ἔντυπο ποὺ διευθύνει ἕνα μονόστηλο πεζοποίημα μὲ ὡραία ξεχωριστὴ γραμματοσειρὰ καὶ περιεχόμενο· μονότονο ὅμως, εἶπε.
—Δηλαδή; ἐρώτησα.
—Μονοτονικῆς γραφῆς, δίχως τόνους καὶ πνεύματα, καὶ θὰ ἤθελα ἂν μποροῦσες νὰ τὸ πολυτονίζεις γιὰ νὰ δημοσιεύεται ὅπως ἁρμόζει σὲ τέτοιες ἐμνευσμένες σκέψεις.
Μετὰ ἔμαθα πὼς ἦταν ἐπιθυμία διακαὴς καὶ ἄλλου φίλου τοῦ Ἀντώνη, ἀπὸ τὸ Γριπονῆσι. Δέχτηκα μετὰ χαρᾶς. Ἔτσι ἄρχισε μὲ τὶς λίγες δυνάμεις μου καὶ χωρὶς φυσικὰ νὰ ἀποφευχθοῦν τὰ λίγα λαθάκια ἕνεκα τῆς βιασύνης νὰ προλάβουμε κάθε φορὰ τύπωμα, καθὼς δὲν γνωρίζει οὔτε ὁ ἴδιος ὁ ποιητὴς πότε ἔρχεται ἡ ἔμπνευση, ἡ ‘‘περιπέτεια’’ μου στοὺς δρόμους τοῦ Ἔμφρονος καὶ ἡ συνέχεια της στὰ Ριζωμένα λόγια.
Φυσικά, ἡ γνωριμία μου μὲ τὸν Ἀντώνη καὶ τὰ ἔργα του, συνεχίζεται καὶ μὲ ἄλλες μορφὲς καὶ δράσεις μέχρι σήμερα. Εἶχα, λοιπόν, τρόπον τινὰ τὸ προνόμιο μὲ αὐτὲς τὶς γραμμοῦλες ποὺ μοῦ ἔστελνε κάθε βδομάδα ὁ Ἀντώνης νὰ εἶμαι ὁ πρῶτος, ὁ παρθενικός τους ἀναγνώστης. Ὅμως, τοὺς ἀφαιροῦσα τὰ ροῦχα τὰ μονότονα ποὺ φοροῦσαν καὶ τοὺς ἔβαζα ἄλλα· τὰ παραδοσιακὰ τῆς ἱστορικῆς γραφῆς. Πλουμίδια καὶ κεντίδια ποὺ θὰ ’λεγε κι Ἀντώνης. Καὶ τὶς ἐπέστρεφα στὸν ποιητή τους. Ἤμουν δηλ. ἕνα εἶδος ἐνδυματολόγου μονοστήλων ἅπαξ τῆς ἑβδομάδος.
Ὅταν ἦλθε ἡ ὥρα νὰ ἐκδοθοῦν αὐτὲς οἱ γραπτὲς σκέψεις, οἱ ἑβδομαδιαῖοι στοχασμοί του,  ὁ Ἀντώνης ἀλλὰ καὶ ὁ παρακαθείμενος κοινός μας φίλος καὶ ἐκδότης του Θεόδωρος Παντούλας μοῦ ἔκαμαν τὴν πρόταση καὶ τὴν τιμή, παρ᾿ ὅ,τι μὴ καθ᾿ ὕλιν ἁρμόδιος, νὰ ἐπιμεληθῶ τὶς διορθώσεις δοκιμίων. Δὲν ἀποφύγαμε τὰ λάθη, ἀλλὰ τοὐλάχιστον ἐργαστήκαμε φιλότιμα στὸ τρίγωνο: Χρονικὰ Δυτικῆς Μακεδονίας - ἄπειρος χώρα - Ἑλληνομουσεῖον Ἀγράφων.
Ὅταν διορθώνει κάποιος δοκίμια πρὸς ἔκδοσιν λειτουργεῖ ἀρκετὰ ἕως πολὺ ἀποστασιοποιημένα ἀπὸ τὸ κείμενο. Ὅμως στὴ συγκερκριμένη περίπτωση ὅταν ἔφτανα στὴ σελ. 70 ἀπὸ τὰ  ἑβδομαδιαῖα Collectanea του, στὸν Κωνσταντάκη μας ὅπως τὸν ἀποκαλῶ, παραδόξως ἡ βελόνα κολοῦσε. Ὅλα αὐτὰ δὲν ἴσχυαν. Θὲς τὸ ὄνομα αὐτὸ καθ᾿ αὐτό, τὸ ὁποῖο φέρω τιμητικὰ εἰς μνήμην ἥρωος πεσόντος σὲ μέρη βυζαντινά, θὲς ἡ παράδοση ἡ πατρογονική: ἡ γιαγιὰ μου ἡ μακάρια δὲν μᾶς ἄφηνε νὰ ταξιδέψουμε ποτὲ ἡμέρη Τρίτη:
‒Ἔπισ᾿ ἡ Πόλ᾿ πιδάκι μ᾿, ποῦ παϊένιτι;  ἔλεγε.
Αὐτὸ τὸ κειμενάκι ποὺ μᾶς περιδιάβαζε ἀπὸ τὶς Βρετανικὲς ἀκτές, στὸν Μυστρᾶ τὴν Ἤπειρο καὶ τὴν Κωνσταντινούπολη μὲ συνέπαιρνε καὶ δὲν μποροῦσα οὔτε να συνεχίσω οὔτε νὰ τὸ ἀφήσω. Ἔβαζα καὶ στὸ YOU TUBE τὸ ὁμώνυμο ἠπειρώτικο τραγούδι ποὺ μὲ συνέπαιρνε καὶ ἄντε νὰ ἔχεις μυαλὸ γιὰ διορθώσεις.
    Σκέφτηκα λοιπὸν μιᾶς καὶ οἱ ἄλλοι θὰ μιλήσουν γιὰ τὸ ὅλον βιβλίο νὰ μιλήσω γιὰ τὸ ἕνα ποίημα. Γιὰ τὸ Μπρίστολ καὶ τὴν Κωνσταντινούπολη.  Γιὰ τὸ πουλάκι ποὺ τραγουδοῦσε ἀνθρώπινα στὸ γόνα τοῦ Παλαιολόγου. Εἴμαστε ἄλλωστε στὸν μῆνα τῆς Ἁλώσεως. Σὲ λίγες μέρες θὰ εἶναι 565 ἔτη ἀπὸ Ἁλώσεως. Ἐπίκαιρον γάρ. Ἄσε ποὺ ἐντός του ἀνίχνευσα ὅλες σχεδὸν τὶς λογοτεχνικὲς  καὶ πνευματικὲς προσλαμβάνουσες  τοῦ Ἀντώνη.
Μπρίστολ, δυόμιση δεκαετίες πρίν. Τὸ ραδιόφωνο τοῦ BBC εἶχε προαναγγείλει ἀφιέρωμα στὴν Ἅλωση τῆς Πόλης.
Ἐδῶ, θεληματικῶς ‒πῶς ὄχι καὶ ἰδιοτελῶς‒ σκεπτόμενος διακρίνω ἔστω καὶ ἐντελῶς ὑπαινικτικὰ τὴν ἰδιαίτερη συμπάθεια τοῦ Ἀντώνη, στὸν Ἀλέξανδρο Μωραϊτίδη καθὼς μὲ παραπέμπει στὸ ἐκ πέντε πράξεων θεατρικό του «Ἅλωσις Πόλεως», στὸ ὁποῖο θὰ ἐπανέλθω στὴ συνέχεια.
 Προμηθεύτηκα, λοιπόν, μιὰ κασέτα καὶ ἑτοιμάστηκα νὰ τὸ καταγράψω. Δούλευε τὸ ἔαρ μέσα μου ὑπονομευτικά
Ἂν ἦταν ἔντιτλα τὰ μονόστηλα τοῦ Ἀντώνη θαρρῶ πὼς τὸ «Δούλευε τὸ ἔαρ μέσα μου ὑπονομευτικά» θὰ ἦταν ὁ τίτλος πού, χωρὶς ἀμφιβολία, θὰ ταίριαζε σ᾿ αὐτὸ τὸ συγκεκριμένο. Τὸ μαγιάτικο ἔαρ, τὸ κορύφωμα τῆς ἀνοίξεως τὸ πλησίστιο πρὸς τὸ δρεπανηφόρον θέρος-ἔρος. Καί, νομίζω Ἀντώνη πὼς ἀκόμη συνεχίζει νὰ δουλεύει τὸ ἔαρ μέσα Σου ὑπονομευτικά· τώρα, ἴσως, ἔτι ὑπονομευτικότερα.
Ἀργοδιαβάζοντας γιὰ κάποιες ἐξετάσεις, ἄκουγα τὸν ἐκφωνητὴ νὰ μιλᾷ λιτά, μετρημένα, σωστά. «Θὰ ἀκούσουμε, τώρα, ἕνα τραγούδι ἀπὸ τὴν Ἤπειρο».
 Τὸ ἀργοδιαβάζοντας μὲ παρέπεμψε στὸν Διον. Σολωμό, στὴ γυναίκα τῆς Ζάκυθος: «ἐκεῖ τριγύρου ἡ γῆ ὅλο νερά, γιατὶ πᾶνε οἱ γυναῖκες καὶ συχνοβγάνουνε». Συχνοβγάζοντας τὰ βιβλία του  καὶ ἀργοδιαβάζοντας συντροφιὰ μὲ τὸ BBC ἄκουσε τὸν ἐκφωνητὴ καὶ τὸ ἠπειρώτικο τραγούδι.  Ἠσθάνθη ψύθιρον θάλπους ἑστίας εἰς τὰ ὦτα, καὶ γλυκύτητα ἄφατον:
Καὶ ἐκεῖ, στὴν Redland Road, στὸ μικρὸ δωμάτιο, στὸν μεγάλο κόσμο, ἄλλαξε ὁ χρόνος ροῦχα.
Ὅταν γίνονταν προτάσεις γιὰ τὸν τίτλο τοῦ βιβλίου του αὐτὸν εἶχα σκεφτεῖ: ἄλλαξε ὁ χρόνος ροῦχα· γιατὶ στὰ πεζοποιήματά  του συνεχῶς ἀλλάζει ροῦχα ὁ χρόνος. Ἀλλὰ δὲν τὸν εἶπα. Εἶναι, πλέον, ὁ δικός μου ἐσωτερικὸς τίτλος, ὅπου ἔμφιλοχωρεῖ τὸ Ἐλύτειον «αὐτὸς ὁ κόσμος ὁ μικρὸς ὁ μέγας» τοῦ «Ἄξιον Ἐστί»: ἀπὸ τὰ ποιητικὰ ἀλφαβητάρια τοῦ Ἀντώνη.
Ὁ Κωσταντάκης ἁγίασε τὰ ὕδατα. Δὲν ἄφησε τίποτε ὄρθιο, ἀπὸ τὰ μίζερα καὶ τὰ φθηνά. Ἡ μουσική, ἡ φωνή, τὰ γυρίσματα ἔγραψαν μινύρισμα ἀ π ί θ α ν ο.
 Ὁ νέος, στὸν ὁποῖο «τὸ ἔαρ δούλευε ὑπονομευτικὰ μέσα του», προσλαμβάνει μέσα ἀπὸ τὸ ραδιόφωνο τῆς Γηραιᾶς Ἀλβιόνος τὴν κορυφαία καὶ καθοριστικὴ στιγμὴ τοῦ Γένους, τὴν «Ἅλωσιν Πόλεως», ὡς ὁ μελωποιημένος ‘‘Κωνσταντάκης’’ μας «νὰ ἅγιασε τὰ ὕδατα» τοῦ Avon river· ὅλου τοῦ Ἀτλαντικοῦ. Νὰ μὴν ἄφησε τίποτε ὄρθιο. Ὅπως  στὸν «Ἔρωτα στὰ χιόνια» τοῦ Παπαδιαμάντη, ὁ μπαρμα-Γιαννιός, στὸ ξυπνητὸν ὄνειρό του, ἔβλεπε τὴν πίπτουσα χιόνα ὡς νὰ ἤθελε νὰ ἀσπρίσει,  νὰ σαβανώσει, νὰ ἁγνίσει ὅλας τὰς ἁμαρτίας ὅλα τὰ περασμένα, γιὰ νὰ μὴν ἔχουμε κακὴ καρδιὰ μέσα μας. Καὶ φυσικὰ τὸ παπαδιαμαντοπαραπέμπτων ἑλλληνιστικὸ μινύρισμα, λέξη ποὺ τόσο ταιριάζει σ᾿ αὐτὴν τὴν ἀπόδοση τοῦ ἠπειρώτικου ἀσματικοῦ τῆς Ἁλώσεως, «Ὁ Κωνσταντῆς κι ὁ Κωνσταντάκης».
Ἡ ποίηση, ναί, ἡ ποίηση ἔχει δικαίωμα μοναδικὸ νὰ μιλᾷ γιὰ τὸν πόνο, τὸ μαρτύριο, τὸ τσάκισμα καὶ τὴν ἔκθλιψη στὸ λιοτρίβι τῆς ἱστορίας. Καὶ μελωδούμενη ὀρθά, ντόμπρα, ἀθανατίζει.
29ῃ Μαΐου 1453: Σὲ μιὰ γειτονιὰ ἐγγλέζικη, τραγούδι κεντημένο μὲ Ρωμιοσύνης γονίδια, πλουμίδια ἀλλιώτικα, κανονάρχισε (ὤ, τοῦ παραδόξου) τό «Ἐπικράνθη ὁ ᾍδης».
Πράγματι ὁ τελευταῖος αὐτοκράτορας δημηγόρησε τὸ «αὐτοπροαιρέτως ἀποθανοῦμεν» καὶ ἐπίκρανε τὸν ᾋδη πολὺ  περισσότερο καὶ ἀπὸ τὸν Πολιορκητή. Καὶ ἡ ποίηση ποὺ δικαιωματικὰ ἕλκεται νὰ μιλᾷ «γιὰ τὸν πόνο, τὸ μαρτύριο, τὸ τσάκισμα καὶ τὴν ἔκθλιψη στὸ λιοτρίβι τῆς ἱστορίας» δὲν τὸν ‘‘ἄφησε ἥσυχο’’· καὶ μὲ τὸν μελωδὸ τοῦ Ἠπειρώτικου δημώδους τὸν ἀθανάτισε.
Ὁ Ἀλέξανδρος Μωραϊτίδης, ποὺ ‘‘ἀνασαίνει’’ ἐν ὑπερακμῇ στὴ βιβλιοθήκη ἀλλὰ καὶ στὴν ψυχὴ τοῦ Ἀντώνη,  στὸ «Ἅλωσις Πόλεως» ἀποδίδει, διαλογικά, μὲ τὸν δικό του τρόπο τὴν ἀπάντηση ἀθανασίας τοῦ Κωνσταντίνου Παλαιολόγου:
ΣΥΓΚΛΗΤΙΚΟΙ
Βασιλεῦ ἀπάντησον
ὡς σοὶ ἐμπρέπει,
κληρονόμῳ ὑψηλῶν καὶ ἡγιαμένων παραδόσεων

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ
Τῆς Πόλεως τὰ σκῆπτρα ἐκ Θεοῦ λαβὼν
Καὶ θείᾳ νεύσει κυβερνῶν τὸ Κράτος μου,
ὢ Γέροντες , δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα
νὰ παραδώσω ταύτην, εἰ εἰς τὸν Θεόν
Καὶ ἐνῶ ὁ κυρ Κωνσταντάκης τοῦ Ἠπειρώτικου, ὁ Παλαιολόγος  τῆς Ἱστορίας, ὁ αὐτοκράτορας Κωνσταντῖνος τοῦ Ἑλληνισμοῦ, μὲ «τὸ αὐτοποροαιρέτως ἀποθανοῦμεν» δήλωσε πάσει θυσίᾳ ἀνυποχώρητος,  ἐμεῖς, σήμερα ἐξανλοῦμε τὸ ἀνυποχώρητό μας μὲ τὴ δήλωση: «δὲν ὑποχωροῦμε ἀπὸ τὴν ἀπόφασή μας περὶ νομοθέτησης τῆς ἀναδοχῆς γιὰ ὁμόφυλα ζευγάρια». «Εἶναι νὰ σκιάζεσαι μὲ τέτοιους καὶ τόσο τολμητίες», σχολίασε   Θόδωρος Παντούλας.
Ὁ Ἀντώνης Παπαβασιλείου συνέλαβε μία ὡραία ἰδέα καὶ τὴν ἀξιοποίησε δημιουργῶντας μία εὐχάριστη ποιητικὴ ἔκπληξη: συμπερίληψη τοῦ σκεπτομένου ἀνθρώπου τῆς ἐποχῆς μας. Ἡ σκαλωσιὰ ποὺ στηρίζει τὸ ποιητικό του οἰκοδόμημα, φτιαγμένη ἀπὸ δομικὰ ὑλικὰ ποὺ τείνουν στὸν συμβολισμό, τὴν ἀφαίρεση καὶ τὴν ἀλληγορία, παραπέμπουν σὲ μιὰ συγκροτημένη, ἐλεύθερη πνευματικὰ συνείδηση.
Χρυσομηλιγγᾶτος καὶ στὴν κορφὴ ἀστερᾶτος, λοιπόν, ὁ Ἔμφρων.
ἤ, ἐπὶ τὸ Σκιαθαγραφιωτικότερον:

Ξουμιλ᾿ γκᾶτους κὶ ζ᾿ κουρφὴ ἀστιράτους, οὑ Ἀντών᾿ ς

Σάββατο, 5 Μαΐου 2018

ΜΟΝΗ ΠΡΟΥΣΙΩΤΙΣΣΗΣ ΣΤΗΝ Β. ΚΑΡΟΛΙΝΑ (ΗΠΑ)


Ἱερὰ μονὴ Παναγίας Προυσιωτίσσης πλησίον πόλεως Troy (Τροίας) πολιτείας Βορείου Καρολίνας, ἱδρυθεῖσα ὑπὸ τοῦ γέροντος Ἐφραὶμ Ἁγιορείτου, τοῦ ἐν Ἀριζόνᾳ
Πανήγυρις ἐπὶ τῇ ἀναμνήσει τῆς ἐλεύσεως
τῆς ἱερᾶς εἰκόνος τῆς Παναγίας Προυσιωτίσσης.

Τὴν Παρασκευὴ 27 καὶ τὸ Σάββατο 28 Ἀπριλίου, ἀπόδοση τῆς ἑορτῆς τῶν Μυροφόρων ἐτελέσθη ἀγρυπνία μὲ ἁγιορειτικὸ τυπικό, συνδυαζομένων τῶν ὕμνων τῆς ἀναστάσεως, τῶν μυροφόρων καὶ τῆς Προυσιωτίσσης, μὲ τὴν συμμετοχὴ μοναχῶν ἀπὸ ἄλλες «συγγενικὲς» μονὲς ἀνὰ τὴν Ἀμερική, καθὼς καὶ ἑκατοντάδων πιστῶν, ἰδίως πολλῶν οἰκογενειῶν καταγομένων ἐξ Εὐρυτανίας.

Ἀκολούθως ἡ εἰκόνα ἐλιτανεύθη ἐπὶ τῶν ὤμων τῶν χριστιανῶν, ψαλλομένου τοῦ ἀναστασίμου κανόνος, μὲ τὶς συνήθεις στάσεις καὶ δεήσεις.
Τέλος, ὑπὸ τῆς καθηγουμένης Ἁγνῆς μοναχῆς, καὶ τῆς περὶ αὐτὴν ἀδελφότητος, παρετέθη ὑπαιθρίως δι᾿ ἅπαντας ἡ ἑόρτιος τράπεζα, καὶ κατὰ τὴν ἔξοδο χορωδία παίδων ἔψαλλεν ἑλληνιστὶ ἀναστασίμους ὕμνους.

* Φωτογραφίες καὶ βίντεο: Δημήτριος Καλογερομῆτρος

4 Μαΐου 2018
π. Νεκτάριος Μαμαλοῦγκος

Παρασκευή, 27 Απριλίου 2018

Ο ΑΛ. ΜΩΡΑΪΤΙΔΗΣ ΓΙΑ ΤΗ ΓΙΟΡΤΗ ΤΟΥ ΑΓ. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ ΤΟΥ 1902


Στὴ Γεωργία Δρίζου·
ἀντὶ δώρου
γιὰ τὰ ὀνομαστήριά της


Πόσοι ἅγιοι Γεώργιοι, πόσοι ναΐσκοι.
Σὰν ἀγριολούλουδα διεσπαρμέναι ἐκκλησίτσαι

Ὁ Ἀλέξανδρος Μωραϊτίδης στὴν  Ἁηγιωργιάτικη Ἀθήνα τοῦ 1902

Στὶς 24 Ἀπριλίου 1902, τὴν ἑπομένη τῆς ἑορτῆς τοῦ τροπαιοφόρου ἁγίου Γεωργίου, ὁ Ἀλέξανδρος Μωραϊτίδης (Σκιάθος,1850-1929), μὲ τὴν δημοσιογραφική του ἰδιότητα, ἀρθρογραφεῖ στὴν 2η σελίδα τῆς ἐφημερίδας  «Ἀκρόπολις» γιὰ τὶς μορφὲς ποὺ ἔλαβε ἡ τιμὴ τῆς μνήμης τοῦ Ἁγίου, τοῦ «λάμποντα ἐν τῷ λαμπρῷ στερεώματι τῶν μαρτύρων τῆς Ἐκκλησίας» ὅπως τὸν ἀποκαλεῖ, στὴν περιοχὴ τῆς πρωτεύουσας, στὴν πόλη τῶν Ἀθηνῶν. Ἡ ἑορταστικὴ ἀτμόσφαιρα εἶχε ἔτι ἐκτενέστερο καὶ πλουσιότερο περιεχόμενο καὶ χαρακτῆρα καθὼς ἑορτάζονταν καὶ τὰ ὀνομαστήρια τοῦ Βασιλέως Γεωργίου τοῦ Α΄συμφώνως μὲ τὸ πρόγραμμα ποὺ ἀναφέρουν οἱ ἐφημερίδες τῆς ἐποχῆς.[1]
Ἀλέξανδρος Μωραϊτίδης (σχέδιο Νίκου Βογιατζῆ)
Τὸ χρονικό του, ποὺ τιτλοφορεῖται: «ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΗΓΙΩΡΓΙΑΤΙΚΗΝ ΚΙΝΗΣΙΝ. ΠΟΛΙΣ ΕΟΡΤΑΖΟΥΣΑ» ἔχει σπονδυλωτὴ μορφή, ἁπαρτιζόμενο ἀπὸ ἕξη ἐπὶ μέρους μικρὲς ἑνότητες ποὺ προσεγγίζουν τὸ περιεχόμενο τῆς ἑορτῆς ἀπὸ ἐκκλησιαστικῆς, θεολογικῆς, κοινωνικῆς, λαογραφικῆς ἀλλὰ καὶ ἱστορικῆς πλευρᾶς. Μὲ τὴ γραφίδα του νὰ δημοσιογραφεῖ λογοτεχνικῷ τῷ τρόπῳ, ὁ Μωραϊτίδης ἀρχίζει τὸ χρονογράφημά του μὲ τὸν Ἅγιο Γεώργιο τοῦ Λυκαβητοῦ,[2] πού:
Πρῶτος ἔδωσε τὸ σύνθημα τῆς ἐνάρξεως τῆς χθεσινῆς πανηγύρεως τοῦ Ἁγίου Γεωργίου ὁ μέγας κώδων τοῦ Λυκαβητοῦ,[3] ξυπνητῆρι βαρύκροτον θαρρεῖς, τοῦ γέρω-Λουλουδάκη[4]

Ἐφ. Ἀκρόπολις, φ. 7236 / 24. 4. 1902, σ. 2.
Σημειώνει, μεταξὺ πολλῶν ἄλλων, πὼς ἡ ἀγορὰ εἶναι κλειστή, ἥσυχη καθὼς ἡ συμπαθὴς τάξη τῶν μανάβηδων,  «οἱ ὀπωροπῶλαι καὶ λαχανοπῶλαι», ἀργεῖ μιᾶς καὶ τιμᾷ τὸν προστάτη Ἅγιό της:
Ἡ ἀγορὰ ἦτο κλειστή, διότι τὰ ἡδύλαλα ξυπνητήριά της, οἱ μανάβηδες, ἕνεκα τῆς ἑορτῆς των, δὲν εἰργάζοντο χθές … Τόσον ἔχω ἐξοικειωθεῖ μὲ τὴν καθημερινὴν συντροφίαν τῶν ἀπαραιτήτων αὐτῶν παραρτημάτων τοῦ βίου ἄνευ τῶν ὁποίων ἡ ζωή μας θὰ ἦτο ἄνοστος ὡς κολοκυθάκι Συριανὸν χωρὶς μαϊδανόν, καὶ ἀνούσιος ἀγκινάρα Ἀργείτικη χωρὶς ἄνιθον, ἢ ἄγευστος πάσης χαρᾶς ὡς κουκὶ πατησιώτικο χωρὶς μάραθον τοῦ Μενιδίου.
Ἐφ. Ἀκρόπολις, φ. 7236 / 24. 4. 1902, σ. 2.

Τονίζει, ἰδιαιτέρως, τὴν πληθώρα τῶν ναῶν στὴν πόλη τῶν Ἀθηνῶν ποὺ  εἶναι ἀφιερωμένοι στὸν ἅγιο Γεώργιο, ἀλλὰ κάνει ἰδιαίτερη μνεία στὸν Ἅγιο Γεώργιο τοῦ Καρύτση,[5] «τὸν πλούσιον ναὸν τῆς ἀριστοκρατίας» ὅπως τὸν ἀποκαλεῖ, ὅπου ὅμως παραπονεῖται πὼς ἡ ψαλτικὴ ἔχει δυτικότροπο χαρακτῆρα καὶ ὄχι τὸν βυζαντινοπρεπῆ τῆς καθ᾿ ἡμᾶς παραδόσεως καὶ ἐλπίζει αὐτὸ νὰ ἀλλάξει μὲ τὴν ἔλευση τοῦ νέου ἐπιτρόπου τοῦ κ. Μοσχάκη.  
Ἐφ. Ἀκρόπολις,   φ. 7235 23.3. 1902, σ. 2.
Ὁ Μωραϊτίδης καὶ ὁ ἄλλος Ἀλέξανδρος, ὁ τριτεξάδελφός του ὁ Παπαδιαμάντης, προτιμοῦσαν μετ᾿ ἐπιτάσεως, τὴν βυζαντινότροπη ἀπόδοση τῶν ὕμνων τῆς Ἐκκλησίας. Μάλιστα, ὁ Καρπενησιώτης λόγιος καὶ Ἀκαδημαϊκὸς Ζαχαρίας Παπαντωνίου (1877-1940) εἶχε γράψει γι᾿ αὐτὸ τὸ ζήτημα πώς: «Ἡ βυζαντινὴ ἁπλούστατα κατέπεσεν εἰς τὰς Ἀθήνας, διότι δὲν ὑπάρχουν ψάλται. Καὶ σήμερον κινδυνεύουν νὰ μείνουν μόνοι βυζαντινομανεῖς ὁ κ. Παπαδιαμάντης καὶ ὁ κ. Μωραϊτίδης, οἱ δύο ἀσκηταὶ διηγηματογράφοι μας».[6] Παρατηρεῖ πὼς ὁ Ἅγιος μὲ τὸ μαρτύριό του ἔλαβε τὴ χάρη νὰ τιμᾶται μαζὶ μὲ τὴν Ἀνάσταση,[7] ἐνῷ προσομοιάζει τὴν κόκκινη χλαμύδα τοῦ ἁγίου μὲ τὰ κόκκινα πασχαλινά αὐγά:
Εἶναι τόσοι πολλοὶ οἱ ναΐσκοι τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, ὥστε ὑπῆρχον χθὲς ναοὶ τοῦ μεγαλομάρτυρος καὶ διὰ μίαν ἄλλην Ἀθήναν… τὸν ἅγιον Γεώργιον τοῦ Καρύτση, ὅστις ἂν καὶ εἶχε καὶ τὴν μουσικὴν ὑπὸ τὸν αὐτὸν μεγαλοπρεπῆ βυζαντινὸν ρυθμόν, … θὰ ἦτο ὁ πρῶτος ναὸς τῆς  πρωτευούσης … Καὶ ἔπειτα εἰς τὸν Ἐλαιῶνα. Πόσοι ἅγιοι Γεώργιοι, πόσοι ναΐσκοι. Σὰν ἀγριολούλουδα διεσπαρμέναι ἐκκλησίτσαι … τοῦ τροπαιφόρου καὶ πολυάθλου μεγαλομάρτυρος, ὅστις μὲ τὸν στέφανον τὸν ἀμάραντον τοῦ μαρτυρίου, ἔλαβε καὶ τὸν ἐπίζηλον κλῆρον νὰ ἑορτάζεται μαζὶ μὲ τὴν Ἀνάστασιν … τοῦ ὁποίου ἡ χλαμὶς ἡ ἐρυθρὰ τοῦ μαρτυρίου συγχέεται  μὲ τὰ κόκκινα αὐγὰ τοῦ Πάσχα
Τὰ Ἀναφιώτικα  στα 1903 (Frédéric Boissonnas). 
Ἀθήνα. 
Ἡ πόλη, οἱ ἄνθρωποι, τὰ γεγονότα
[Ἱστορικὴ καὶ Ἐθνολογικὴ Ἑταιρεία τῆς Ἑλλάδος], 
Ἀθήνα 2016, σ. 507.

Σχολιάζει τὸν ἐξοχικὸ χαρακτῆρα τῆς ἑορτῆς:
Κι᾿ ἐπληρώθησαν μετὰ μεσημβρίαν ὅλοι οἱ πέριξ κῆποι, καὶ τὰ κοινὰ περιβόλια κόσμου θεωροῦντος ἀπαραίτητιν τὴν ἐξοχὴν τὴν ἡμέραν ταύτην.
Θεωρεῖ μάλιστα, πὼς τὸ ἔθιμον τοῦ ἐξοχικοῦ ἑορτασμοῦ, μετὰ καταναλώσεως ψημμένου κρέατος, ἀνάγεται στοὺς χρόνους τῆς Τουρκοκρατίας, ὅταν οἱ ἀρματολοὶ καὶ οἱ ἀγωνιστὲς τῆς Ἐπαναστάσεως πανηγύριζαν στὰ βουνὰ καὶ τοὺς κάμπους καὶ συνήθιζαν:
Νὰ χορεύουν τὸν ἐνόπλιον σεμνὸν χορὸν οἱ παῖδες τῶν Ἑλλήνων, νὰ ψάλλουν τὸ Χριστὸς Ἀνέστη καὶ νὰ χαιρετίζουν τὴν ἐλευθέραν γῆν μὲ τὴν χαρμόσυνον φωνὴν τοῦ κλέφτικου καρυοφλλίου…
Τέλος, παρατηρεῖ πὼς τὰ τελευταῖα χρόνια ἔχει  σημειωθεῖ μεγάλη πρόοδος στὴν ἀνθοκομικὴ καὶ τὰ ἄνθη ποὺ κατ᾿ ἔθιμον προσφέρονται στοὺς ἑορτάζοντες –καὶ ἰδιαιτέρως στὶς ἑορτάζουσες– αὐτὴν τὴν ἡμέραν ἔχουν μὲ ξεχωριστὴ καλλιτεχνία ὀργανωθεῖ σὲ κομψότατες ἀνθοδέσμες, στὴ σύνθεση τῶν ὁποίων εἰδικεύονται οἱ ἀνθοκαλλιεργητὲς τῶν Πατησίων:
Δι᾿ αὐτὸ γίνεται μεγάλη κατανάλωσις πάντοτε ἀνθέων τὴν ἡμέραν αὐτὴν διὰ τοὺς ἑορτάζοντας … οἱ εὐφυεῖς πατησιῶται τόσον ἔμαθον τὴν τέχνην τοῦ συμπλέκειν τὰς ἀνθοδέσμας, ὥστε ἀγοράζοντες ἀντὶ δραχμῆς τὰ σκελετὰ τὰ βαρυόπλεκτα περιπλέκουν αὐτὰ δι᾿ ἀνθέων τῶν κήπων των, κατασκευάζοντες κομψοτάτας ἀνθοδέσμας.
Ἡ ὁδὸς Λουκιανοῦ
 ἀπὸ τὴν ὁδὸ Κηφισίας 
μὲ τὸν Λυκαβητὸ
 καὶ τὸν Ἅγιο Γεώργιο
 στὸ βάθος στὰ 1900 (ἄγνωστος φωτογράφος). 
Ἀθήνα. 
Ἡ πόλη, οἱ ἄνθρωποι
, τὰ γεγονότα
[Ἱστορικὴ καὶ Ἐθνολογικὴ
 Ἑταιρεία τῆς Ἑλλάδος],
 Ἀθήνα 2016, σ. 238.

Τὸ δημοσίευμα του ὁ Μωραϊτίδης τὸ ὁλοκληρώνει μὲ ἕνα χαριτολογικοῦ περιεχομένου ἀνέκδοτο περὶ τῆς ΄΄κακῆς τύχης΄΄ τῶν ἀπωλήτων ἀνθέων τῆς ἡμέρας αὐτῆς ἐνῷ ὑπογράφει μὲ τὸ σύνηθες δημοσιογραφικό του ψευδώνυμο, Ὁ ταξειδιώτης.[8]



Ἡ Ἀθήνα στὰ 1902 ἀπὸ τοὺ;πρόποδες τοῦ Λυκαβητοῦ (Ἄγνωστος φωτογράφος. Ἀθήνα. Ἡ πόλη, οἱ ἄνθρωποι, τὰ γεγονότα, [Ἱστορικὴ καὶ Ἐθνολογικὴ Ἑταιρεία τῆς Ἑλλάδος], Ἀθήνα 2016, σ. 633.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΗΓΙΩΡΓΙΑΤΙΚΗΝ ΚΙΝΗΣΙΝ[9]
                                                   ΠΟΛΙΣ ΕΟΡΤΑΖΟΥΣΑ      
Τὸ ξυπνητῆρι τοῦ Λυκαβητοῦ. – Μία ἡμέρα χωρὶς μανάβηδες.  – Οἱ ἅγιοι Γεώργιοι. – Τὰ χθεσινὰ ψητά. – Ὁ ἅγιος τῶν ἁρματωλῶν. – Ἄνθη καὶ ἀνθοπλόκοι.
Πρῶτος ἔδωσε τὸ σύνθημα τῆς ἐνάρξεως τῆς χθεσινῆς πανηγύρεως τοῦ Ἁγίου Γεωργίου ὁ μέγας κώδων τοῦ Λυκαβητοῦ, ξυπνητῆρι βαρύκροτον θαρρεῖς, τοῦ γέρω-Λουλουδάκη, τοῦ ὁποίου οἱ ἦχοι μαλακὰ-μαλακά, ὡς βαθυφώνου μελῳδία, ἐκραδαίνοντο ἄνω τῶν στεγῶν τῆς κοιμωμένης πόλεως…
—Ντάν-ντάν-ντάν!
Θὰ ἦτο 4 ½ ἡ ὥρα. Μόλις εἶχε χαράξει ἡ ἀνατολὴ κ᾿ ἔλαμπεν ἀκόμη ὁ αὐγερινός, μεγάλος καὶ πολυάκτινος, ὡς εἶναι τὸ καλοκαίρι ὁ λαμπρὸς ἑωσφόρος, μὲ τὸν ὁποῖον παρομοιάζει ὁ συναξαριστὴς τὸν ἅγιον Γεώργιον, τόσον λάμποντα ἐν τῷ λαμπρῷ στερεώματι τῶν μαρτύρων τῆς Ἐκκλησίας.
Οἱ ἀνθῶνες τῶν μεγάρων εἰς τὰς μεγάλας λεωφόρους ἀρρήτως ἐμοσχοβολοῦσαν τὴν ὥραν ἐκείνην καὶ ὁ ἐσμὸς τῶν φλυάρων πτηνῶν ἐτόνιζεν εἰς τὰς λεύκας σιγὰ-σιγὰ τὴν ἑωθινὴν προσευχήν, ἐνῶ μετὰ σπουδῆς εἰσήρχοντο εἰς τὰ Πατήσια τὰ ὀνάρια τῶν γαλακτοπωλῶν φορτωμένα καὶ αἱ λαχανοπώλιδες ἀργοπατοῦσαι ὡς ὄρνιθες τὴν νύκτα, μὲ τοὺς σάκκους τῶν ἀγρίων χόρτων, διασταυρούμεναι μὲ τοὺς ἱερεῖς, οἵτινες μὲ τὴν βασταγὴν  τῶν ἀμφίων ὑπὸ μάλης διεσπείροντο πρὸς τοὺς διαφόρους τοῦ ἐλαιῶνος ναΐσκους γοργῶς βαίνοντες.
Ἡ ἀγορὰ ἦτο κλειστή, διότι τὰ ἡδύλαλα ξυπνητήριά της, οἱ μανάβηδες, ἕνεκα τῆς ἑορτῆς των, δὲν εἰργάζοντο χθές, εἰς δὲ τοὺς κενοὺς πάγκους των ἐκοιμῶντο οἱ ὀψωκομισταὶ μὲ ταῖς ἀδειαναῖς καλάθαις των συμπεπλεγμένοι. Ἀλλ᾿ οὔτε οἱ πωληταὶ τῶν βοείων κρεάτων, οἵτινες συνήθως ἐγείρονται πρωῒ νὰ προφθάσωσι καὶ λιανίσωσι τὰ ὑπερμεγέθη κρέατα τῶν βοῶν, οὔτε αὐτοὶ ἔδωσαν σημεῖα ἀφυπνίσεως, διότι σήμερον ἡ χθὲς ἦτο ἀφιερωμένη εἰς τοὺς ἀμνοὺς καθόλου.
Πλανόδιος μανάβης στὴν Ἀθήνα τὸ 1907.
Στὸ βάθος διακρίνεταιι ὁ Ἐλαιώνας
(Underwood & Underwood).
Ἀθήνα. Ἡ πόλη, οἱ ἄνθρωποι, τὰ γεγονότα
,
[Ἱστορικὴ καὶ Ἐθνολογικὴ Ἑταιρεία τῆς Ἑλλάδος],
Ἀθήνα 2016,  σ. 579.  

*
Ἠμπορεῖ νὰ εἴπωμεν ἀσφαλῶς ὅτι ἡ πόλις εἶχε χθὲς ἐξέλθει εἰς τὰ ἐξοχὰς ἀπὸ πρωΐας πλὴν τῶν Γεωργίων οἵτινες ἔμειναν νὰ δεχθῶσι τὰς συνήθεις ἐπισκέψεις. Ἀπὸ πρωΐας αἱ ὁδοὶ ἦσαν  κεναί, τὰ δὲ κατάκλειστα μανάβικα προσέθετον καὶ αὐτὰ πολὺ εἰς τὴν ἐρημίαν. Ὅλα φραγμένα ἑρμητικῶς μὲ τὰ γνωστὰ σανιδώματά των· οὐδὲ εἰς τὰ τρίστρατα ὑπῆρχον τὰ καροτσάκια τὰ συνήθη μὲ τὰ πορτοκάλια, εἰς τὰς θέσεις τῶν ὁποίων εἶχον ἐγκαθιδρυθῆ οἱ πωλοῦντες τοὺς τσίρους. Ἦτο ἡ μόνη πρωΐα ποὺ δὲν ἤκουσα τοὺς κινητοὺς μανάβηδες μὲ τὴν ποκιλίαν ἐκείνην τὴν ἀλησμόνητον τῶν φωνῶν των καὶ τῆς συνθέσεως τῶν ὀνομασιῶν τῶν πωλουμένων εἰδῶν. Καὶ νὰ σᾶς εἴπω θαρρῶ πῶς ἔχασα μίαν ἡμέραν. Τόσον ἔχω ἐξοικειωθεῖ μὲ τὴν καθημερινὴν συντροφίαν τῶν ἀπαραιτήτων αὐτῶν παραρτημάτων τοῦ βίου ἄνευ τῶν ὁποίων ἡ ζωή μας θὰ ἦτο ἄνοστος ὡς κολοκυθάκι Συριανὸν χωρὶς μαϊδανόν, καὶ ἀνούσιος ἀγκινάρα Ἀργείτικη χωρὶς ἄνιθον, ἢ ἄγευστος πάσης χαρᾶς ὡς κουκὶ πατησιώτικο χωρὶς μάραθον τοῦ Μενιδίου. 
*
Εἶναι τόσοι πολλοὶ οἱ ναΐσκοι τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, ὥστε ὑπῆρχον χθὲς ναοὶ τοῦ μεγαλομάρτυρος καὶ διὰ μίαν ἄλλην Ἀθήναν. Χωρὶς νὰ ὑπολογίσω τὸν πλούσιον ναὸν τῆς ἀριστοκρατίας, τὸν ἅγιον Γεώργιον τοῦ Καρύτση,[10] ὅστις ἂν καὶ εἶχε καὶ τὴν μουσικὴν ὑπὸ τὸν αὐτὸν μεγαλοπρεπῆ βυζαντινὸν ρυθμόν, ἀπὸ τὸν ὁποῖον εἶναι ἡ τεκτονική του, ἡ ζωγραφική του καὶ ἡ γλυπτική του, θὰ ἦτο ὁ πρῶτος ναὸς τῆς  πρωτευούσης καὶ εὐχόμεθα τώρα ὁποὺ ὁ ἐπίτροπός του κ. Μοσχάκης ἐπῆγε καὶ εἰς τὸν ἅγιον τάφον νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἄρσιν τοῦ ἀλλοφύλλου αὐτῆς ἐν τῇ πατρίδι τῆς ἐλευθέρας ὀρθοδοξίας παραχόρδως εἰσφρησάσης ἰδιοτροπίας, χωρὶς λέγω νὰ ὑπολογίσωμεν τὸν ναὸν αὐτὸν καὶ χωρὶς νὰ συγκαταριθμήσωμεν τὸν Ἅγιον Γεώργιον τοῦ Λυκαβητοῦ, καὶ τοὺς ἄλλους ναοὺς τῆς πόλεως οἵτινες ὅλοι ἦσαν πλήρεις εὐσεβῶν ἑορταστῶν, ἔχομεν καὶ τόσους ἄλλους ἐξοχικοὺς ναΐσκους μὲ ἀπειροπληθίαν προσκυνητῶν, τῶν λαϊκῶν ἰδίως τάξεων, οἵτινες εὑρίσκουσι μεγάλην ἀνακούφισιν εἰς τὰς ἐξοχικὰς πανηγύρεις
Ἐφ. Ἐμπρός,  φ. 1970 / 23. 4. 1902, σ. 2.
.
Ἐὰν ἀφήσωμεν τὸν κύκλον τὸν μικρὸν τῶν σκαρφαλωσάντων ἐπάνω εἰς τὰ Ἀναφιώτικα, εἰς τὸν Ἅγιον Γεώργιον τῆς Ἀραβίας,[11] κολλημένον εἰς τὸν βράχον τῆς Ἀκροπόλεως, κ᾿ ἐξέλθωμεν εἰς τὴν δροσερὰν Κυψέλην, πρῶτον ἐκεῖ συναντῶμεν εὐσεβὲς ἐκκλησίασμα ἀκροώμενον τὴν θείαν λειτουργίαν εἰς τὸν ὁλοκαίνουργον ναΐσκον,[12] ὡς νύμφην κεκοσμημένην, ὅπου ὁ παπα-Σωφρόνιος ὁ Ἁγιορείτης,[13] πνευματικὸς προσκληθεὶς κατένυξε μέχρι δακρύων διὰ τῆς σεμνοτάτης ἀπαγγελίας τῶν λειτουργικῶν εὐχῶν, τὰς ὁποίας εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ ἀκροῶνται καὶ τὰ πολυόμματα Χερουβεὶμ καὶ τὰ ἑξαπτέρυγα Σεραφείμ, κύκλῳ τῆς Ἁγίας Τραπέζης παριστάμενα.
Καὶ ἔπειτα εἰς τὸν Ἐλαιῶνα. Πόσοι ἅγιοι Γεώργιοι, πόσοι ναΐσκοι. Σὰν ἀγριολούλουδα διεσπαρμέναι ἐκκλησίτσαι παρὰ τὰς αἰωνοβίους ἐλαίας, ὑπὸ κυπαρίσσους, ὑπὸ κλάδους πεύκων, μικροὶ ναΐσκοι, τῶν παλαιῶν νοικοκυραίων παρεκκλήσια, μὲ τὰ ὁποῖα οἱ εὐσεβεῖς ἐκεῖνοι ἡγίαζον τοὺς ἀγρούς των. Παρὰ τὸν ἅγιον Σάββαν, κάτω ἀπὸ τὸν Σωτηράκην ἕνα μικρὸν ναΐσκον τῆς Σωτήρας Μεταμορφώσεως, οὕτω τρυφερῶς ἀποκαλούμενον ὑπὸ τῶν ἰθαγενῶν. Πρὸς τὸ Πυριτιδοποιεῖον, πέραν εἰς τοὺς Ποδάρους, εἰς τὰ κάτω Πατήσια, παντοῦ. Ἐδῶ, ἐκεῖ, μέσα ᾿ς τῂς παπαροῦναις, μέσα ᾿ς τῂς μαργαρίταις τὴς κίτρινες, μέσα ᾿ς τῂς  μαργαρίταις τῂς ἄσπραις. Ἠνάφθησαν κηρία τῆς Ἀναστάσεως, ἐκάησαν θυμιάματα, ἀντήχησαν τοῦ Πάσχα οἱ ὕμνοι μὲ τὰ ἐγκώμια τοῦ τροπαιφόρου καὶ πολυάθλου μεγαλομάρτυρος, ὅστις μὲ τὸν στέφανον τὸν ἀμάραντον τοῦ μαρτυρίου, ἔλαβε καὶ τὸν ἐπίζηλον κλῆρον νὰ ἑορτάζεται μαζὶ μὲ τὴν Ἀνάστασιν. Ἡ λαμπὰς ἡ πασχαλινή, ἡ λαμπαδίτσα ἡ κάτασπρη, ἡ βαρακωμένη, ἡ στολισμένη μὲ τόσους φαιδροὺς φιόγκους, τῆς Ἀναστάσεως ἡ λαμπὰς ὅπου ἤναψε μὲ τὸ ἅγιον φῶς, ἡ ἰδία ἀνάπτεται καὶ εἰς τὴν εἰκόνα τοῦ ἁγίου Γεωργίου, τοῦ ὁποίου ἡ χλαμὶς ἡ ἐρυθρὰ τοῦ μαρτυρίου συγχέεται  μὲ τὰ κόκκινα αὐγὰ τοῦ Πάσχα, καὶ ἐνῷ ὁ δεξιὸς ψάλτης ψάλλει «Χριστὸς Ἀνέστη», ὁ ἀριστερὸς ἐξακολουθεῖ: «Ὡς τῶν αἰχμαλώτων ἐλευθερωτής…».
*
Διὰ τοῦτο ἐμύριζεν ἡ ἐποχὴ χθὲς ἄφθονον καὶ εὐώδη ψητοῦ κνίσσαν ὡς ἐμύριζε καὶ τὴν ἡμέραν τοῦ Πάσχα ἡ πόλις. Μόνον εἰς τὸν δροσερὸν καὶ χλοάζοντα Ῥέντην,[14] ὅπου ἑώρταζον οἱ ὀπωροπῶλαι καὶ λαχανοπῶλαι, μόνον ἐκεῖ θὰ ἐψήθησαν ἄνω τῶν 50 ἀμνῶν, ἐν φαιδρᾷ ἀναστροφῇ τῆς πολυπληθεστάτης αὐτῆς συντεχνίας τῆς πρωτευούσης, ἡ ὁποία, ἀφοῦ, ὅλον τὸν χρόνον τρέφει 150.000 κόσμον, ἀναπαύεται καὶ αὐτὴ μίαν ἡμέραν, ἠναγκασμένη εἰς μόνον αὐτὴν τὴν ἡμέραν, νὰ χωνεύσῃ ἑνὸς ἔτους μόχθον ἐπίπονον καὶ βασανιστικόν,… Κατόπιν ὅμως, τοὺς ἀπὸ πρωΐας ἐξελθόντας εἰς τὰς ἐξοχικὰς λειτουργίας παρηκολούθησαν ἄλλοι, μόνον διὰ νὰ φάγωσι εἰς τὴν ἐξοχήν, ἀγοράζοντες ἕτοιμον τὸ ψητὸν ἀπὸ τὰ πωλούμενα εἰς τὰς ὁδοὺς ἕνεκα τῶν ὁποίων κατηργήθη σχεδὸν πλέον τὸ ἱστορικὸν μποῦτι μὲ σκόρδο. Κι᾿ ἐπληρώθησαν μετὰ μεσημβρίαν ὅλοι οἱ πέριξ κῆποι, καὶ τὰ κοινὰ περιβόλια κόσμου θεωροῦντος ἀπαραίτητον τὴν ἐξοχὴν τὴν ἡμέραν ταύτην.
Τὸ κωδωνοστάσιο
τοῦ Ἁγίου Γεωργίου Λυκαβητοῦ.
*
Ὅπερ ἔθιμον θὰ ἔχῃ βεβαίως τὴν ἀρχήν του ἀπὸ τοὺς χρόνους τῆς μαύρης δουλείας τοῦ ἔθνους μας, ὅτε τὸν ἅγιον Γεώργιον, κατὰ πρῶτον οἱ ἁρματωλοὶ καὶ  κατόπιν οἱ ἄνδρες τοῦ ἀγῶνος, συνήντων πάντοτε εἰς τὸ βουνόν, καὶ εἰς τὸν κάμπον. Εἰς τὸ ἀνθισμένον κλαρί, εἰς τὰ ἔλατα ἢ τοὺς εὐανθεῖς λειμῶνας, εἰς τὰ κρύα νερὰ καὶ παρὰ τὰς ἑλληνικὰς ἀκτάς. Ἐκεῖ πάντοτε οἱ ἄνδρες τοῦ ἀγῶνος, μὲ τὸ καρυοφύλλι εἰς τὰς χεῖρας κ᾿ ὁ μεγαλομάρτυς καβαλάρης εἰς τὸ ἄσπρο ἄλογο λυτρούμενος τοὺς αἰχμαλώτους, ὑπερασπιζόμενος τοὺς πτωχούς, ἰατρεύων τοὺς ἀσθενεῖς, ὑπερμαχῶν τῶν ὀρθοδόξων, τὴν αὐγὴν ἐμφανιζόμενος «ὡς ἄστρον φαεινόν». Ἐντεῦθεν ἀπαραίτητος ἔγινεν ἡ ἐξοχὴ εἰς τὴν πανήγυρίν του. Μέσα εἰς τὰ ἄνθη καὶ τῆς ἀνοίξεως τὴν χλόην, εἰς τὰ κρύα νερὰ καὶ τὰ σύσκια δένδρα. Νὰ χορεύουν τὸν ἐνόπλιον σεμνὸν χορὸν οἱ παῖδες τῶν Ἑλλήνων, νὰ ψάλλουν τὸ Χριστὸς Ἀνέστη καὶ νὰ χαιρετίζουν τὴν ἐλευθέραν γῆν μὲ τὴν χαρμόσυνον φωνὴν τοῦ κλέφτικου καρυοφλλίου…
Γέρων Σωφρόνιος Κεχαγιόγλου 
ὁ Ἁγιορείτης καὶ πνευματικός (1839-1934).

*
Τόσον δὲ παρὰ τῷ λαῷ εἶναι προσφιλὲς τὸ ὄνομα τοῦ ἁγίου, ὥστε καὶ αἱ γυναῖκες αὐτὸ λαμβάνουσιν. Δι᾿ αὐτὸ γίνεται μεγάλη κατανάλωσις πάντοτε ἀνθέων τὴν ἡμέραν αὐτὴν διὰ τοὺς ἑορτάζοντας. Ὁλόκληρα κάρα ἀνθέων εἶχον κομισθῇ χθὲς πρωῒ εἰς τὴ Ἁγίαν Εἰρήνην. Ὅσοι δὲ πατησιῶται βραδύναντες δὲν εὗρον χῶρον ἐκεῖ, ἐτοποθετήθησαν παρὰ τὸ τρίστρατον τῆς ὁδοῦ Σταδίου καὶ Αἰόλου καὶ ἐπώλουν  μὲ τὲς κόφες των γεμάταις ἀπὸ διάφορα ἄνθη. Τὰ τελευταῖα ἔτη μεγάλη πρόοδος παρατηρεῖται καὶ εἰς τὴν συμπλοκὴν τῶν ἀνθέων εἰς ἀνθοδέσμας. Πρὸ τριακονταετίας οἱ ἀγρόται τῶν πέριξ χωρίων ἔφερον ὀλίγας ἀκόμψους καὶ προχείρως ἡρμοσμένας ἀνθοδέσμας, χειροβολίας μᾶλλον ἐμπηγμένας ἐπάνω εἰς μεγάλους καὶ χονδροὺς ράμνους.
Ἀλλ᾿ ἔκτοτε, ἀφοῦ ὁ κ. Φασούλης ἔδωκε τὴν πρώτην ὤθησιν εἰς τὴν καλλιέργειαν ἀνθέων καὶ τὴν ἀνθοτεχνίαν ἐν γένει ὄχι μόνον εὑρέθησαν οἱ ἀνθοκόμοι οἱ εἰδικοί, ἀλλ᾿ οἱ εὐφυεῖς πατησιῶται τόσον ἔμαθον τὴν τέχνην τοῦ συμπλέκειν τὰς ἀνθοδέσμας, ὥστε ἀγοράζοντες ἀντὶ δραχμῆς τὰ σκελετὰ τὰ βαρυόπλεκτα περιπλέκουν αὐτὰ δι᾿ ἀνθέων τῶν κήπων των, κατασκευάζοντες κομψοτάτας ἀνθοδέσμας. Χθὲς ἐν τῇ Ἁγίᾳ Εἰρήνῃ ἀφοῦ ἐπωλήθησαν αἱ ἕτοιμοι ὅλαι, κατόπιν ἐκεῖ προχείρως ἔπλεκον ἄλλας μέχρι μεσημβρίας ὅτε πλέον εἶχον ἀδειάσει ὅλαις τὶς κόφαις. Μετὰ μεσημβρίαν δὲ τὰ ἀπώλητα ἄνθη εἶχον μαρανθῆ πλέον ὅτε ἠκούσθη καὶ ὁ ἑξῆς διάλογος:
— Καὶ ὅσα λουλούδια δὲν πωληθοῦν τί τὰ κάμνουν;
—Τὰ βράζουν!...
Ὁ ταξειδιώτης

*Στὴν ἔκδοση τοῦ ἄρθρου ἀκολουθεῖται, ἐν πολλοῖς, γιὰ ἱστορικοὺς λόγους ἡ ὀρθογραφία καὶ ἡ στίξη τῆς ἀρχικῆς δημοσίευσης στὴν ἐφ. «Ἀκρόπολις» τῆς 24ης Ἀπριλ. 1902





[1] Ἐφ. Ἐμπρός, «Ἡ ἐπέτειος τοῦ Βασιλέως μας. Ἡ σημερινὴ τελετή. – Αἱ μουσικαί. –Ἡ φωταψία», φ. 1970 / 23. 4. 1902, σ. 2.
[2] «Ὅλην τὴν νύκταν ἦτο καταφώτιστος διὰ πυρῶν καὶ φανῶν ὁ Λυκαβητὸς πανηγυρίζοντος τοῦ ἐν τῇ κορυφῇ ναΐσκου, πολυάριμθοι δὲ προσκυνηταὶ ἀνήρχοντο ἵνα παρακολουθήσωσι τὴν γενομένην ἀγρυπνίαν … Σήμερον εἰς τὴν λειτουργίαν θὰ παραστῶσι χιλιάδες εὐσεβῶν, θ᾿ ἀναβαίνουν δὲ καθ᾿ ὅλην τὴν ἡμέραν ἀποτελοῦντες μίαν ἑλικοειδῆ γραφικὴν παράταξιν ἀπὸ τοὺς πρόποδας ἕως ἐπάνω»· Ἐφ. Ἀκρόπολις, «Αἱ σημεριναὶ πανηγύρεις. Ὁ Ἅγιος Γεώργιος. –Πῶς θὰ ἑορτασθῇ ἀπὸ τὸν λαόν»  φ. 7235 / 23.3. 1902, σ. 2. Ἐνδεχομένως, τὸ ἀνυπόγραφο αὐτὸ δημοσίευμα εἶναι τοῦ Ἀλ. Μωραϊτίδη, καθὼς ἡ γλῶσσα του εἶναι πολὺ κοντὰ σὲ αὐτὴν μὲ τὴν ὁποίαν δημοσιγραφοῦσε, ἀλλὰ εἶναι ἐπίσης γνωστὸ πὼς ὁ Μωραϊτίδης δημοσίευσε καὶ ἄλλα ἀνυπόγραφα ἄρθρα του· βλ. Ροδάνθη Βαλερᾶ - Κουνάβα, Ἀλέξανδρος Μωραϊτίδης (1850-1929). Συμβολὴ στὴ μελέτη τοῦ Διηγηματογραφικοῦ του ἔργου, ἐκδ. Βιβλιογονία, Ἀθήνα 1996,  σ. 240.
[3] Τὸ καμπαναριὸ κτίστηκε στὰ 1900 μὲ χορηγεία τοῦ μεγαλοεπιχειρηματία Ν. Θών, ἐνῷ ἡ καμπάνα, ἡ ὁποία δὲν σώζεται σήμερα, δωρεὰ τῆς βασίλισσας Ὄλγας, τοποθετήθηκε τὸ 1902. Ἡ καμπάνα ἤχησε γιὰ πρώτη φορὰ στὶς 23 Ἀπριλίου τοῦ 1902. Ἦταν αὐτὸς ὁ βαρύκροτος ἦχος ποὺ καταγράφει ὁ Μωραϊτίδης. Βλ.  καὶ ἐφ. Ἐμπρός, «Ἡ ἑορτὴ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου», φ. 1970 / 23. 4. 1902, σ. 2, ὅπου σὲ ἀνυπόγραφο ἄρθρο γιὰ τὴν ἑορτὴ τοῦ ἁγίου Γεωργίου δηλώνεται πώς: «Διὰ πρώτην δὲ φορὰν χθὲς τὸ κωδωνοστάσιον τοῦ Λυκαβητοῦ ἐτέθη εἰς ἐνέργειαν μὲ τὸν δυνατόν του κώδωνα».
[4] Πρόκειται γιὰ τὸν Κρητικῆς καταγωγῆς μοναχὸ Ἐμμανουὴλ Λουλουδάκη († 1885), ὁ ὁποῖος ἦταν ὁ τελευταῖος  κτήτωρ τοῦ ναοῦ καὶ μόναζε σὲ παρακείμενο κελλί. Τὸν Ἐμ. Λουλουδάκη ἀναφέρει ὁ Μωραϊτίδης καὶ στὸ ταξιδιωτικό του: «Μέσα ᾿στὰ χιόνια. Ἀπὸ ποῦ πᾶνε γιὰ τὸ Καρπενῆσι», ὅταν εὑρισκόμενος στὶς ἀρχὲς Δεκεμβρίου τοῦ 1901 στὴ Λαμία, στὴν πορεία του πρὸς τὸ Καρπενῆσι, ἀντικρίζοντας τὸν λόφο τῆς Ἀκρολαμίας ἀπὸ τὸ παράθυρο τοῦ ξενοδοχείου του γράφει:  «Θὰ ἐνοικιάσητε δωμάτιον εἰς τὸ ξενοδοχεῖον «ἡ Εὐρώπη». Ἀπέναντι ἀπὸ τὸ παράθυρόν σας, πέραν, ἕνα ὡραῖον βουνάκι μὲ τὰ πευκάκια του, ἡ ἱστορικὴ Ἀκρολαμία,, θὰ σᾶς ὑπενθυμίζῃ τὸν προσφιλῆ σας Λυκαβητόν. Ἀπαράλλακτον ὁ Λυκαβητός, τὸ φρούριον τῆς Λαμίας. Ὑψηλός, καμαρωτός, μὲ τὰ πευκάκια του, μὲ τοὺς βράχους του καὶ μὲ τὸν Λουλουδάκην του, τὸν ἑπτάψυχον ἥρωα τοῦ Ἁγίου Γεωργίου. Δὲν ἤθελα νὰ ξεκολλήσω τὰ μάτια μου ἀπὸ τὸ βουνάκι αὐτό. Θαῤῥοῦσα πῶς εἶμαι ἀκόμη εἰς τῆς κυρὰ-Χαραλάμπαινας τὸ σπιτάκι, ὁδὸς Ἐρεσοῦ καὶ ἔβλεπα τὸν ἀγαπημένον μου Λυκαβητόν»· Ἀλέξανδρος Μωραϊτίδης, Μὲ τοῦ βορηᾶ τὰ κύματα, ἐκδ. Σιδέρη, σειρὰ Ε΄, Ἀθήνα  1926, σ. 89· Κωνσταντῖνος Σπ. Τσιώλης, «Ὅλα ἐν τῷ Καρπενησίῳ μεγαλοπρεπῆ. Τὸ ταξίδι τοῦ  Ἀλεξάνδρου  Μωραϊτίδη στὸ Καρπενῆσι», Ἐπιστημονικὸ Συνέδριο, Τὸ Καρπενῆσι στὴ διαχρονικὴ πορεία του. Ἀπὸ τὴν ἀρχαιοτητα ὣς τὶς μέρες μας, Καρπενῆσι 18-21 Ὀκτωβρίου 2017, Πρακτικὰ Συνεδρίου, ὑπὸ ἔκδοσιν.
[5] «Ὁ ναὸς τοῦ Ἁγίου Γεωργίου τοῦ Καρύτση ἐστολισμένος μὲ σημαίας καὶ μὲ μύρτα ἐδέχετο πολλοὺς προσκυνητάς»· ἐφ. Ἐμπρός, «Ἡ ἑορτὴ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου», φ. 1970 / 23. 4. 1902, σ. 2.
[6] Ἐφ. Σκρίπ, φ. 1664 / 7. 4. 1900, σ. 1.
[7] Τὸ Πάσχα τοῦ 1902 ἦταν στὶς 14 Ἀπριλίου.
[8]  Γιὰ τὰ ψευδώνυμα μὲ τὰ ὁποῖα δημοσιεύει τὰ ταξιδιωτικά του ἄρθρα ὁ Μωραϊτίδης βλ. Ροδάνθη Βαλερᾶ - Κουνάβα, Ἀλέξανδρος Μωραϊτίδης, σ. 240.
[9] Ἐφ. Ἀκρόπολις, φ. 7236 / 24. 4. 1902, σ. 2.
[10] Ὁ βυζαντινόρυθμος ναὸς τοῦ Ἁγίου Γεωργίου Καρύτση εἶναι ἔργο (1845-1849) τοῦ ἀρχιτέκτονα Λύσανδρου Καυταντζόγλου (1811-1885) καὶ πράγματι ἦταν «ὁ πλούσιος ναὸς τῆς ἀριστοκρατίας». Ἔτσι, σ᾿ αὐτὸν ἐτελέσθη ἡ ἐξόδιος ἀκολουθία γιὰ τὸν λογοτέχνη καὶ Ἀκαδημαϊκὸ Παῦλο Νιρβάνα, στὶς 30 Νοε. 1937 [βλ. ἐφ. Ἑστία, φ. 16637 / 30. 11. 1937, σ. 3] ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν Μαρίκα Φραγκίστα ἀπόγονο τῆς εὔπορης καὶ ἱστορικῆς Ἀγραφιώτικης οἰκογένειας τῶν Φραγκίστα καθὼς καὶ σύζυγος τοῦ χρηματιστὴ καὶ ἐπὶ ἔτη διατελέσαντος Δημάρχου Σκιάθου, Φιλοκλῆ Γ. Γεωργιάδη, μὲ τὴν ὁποία ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης διατηροῦσε στενὴ προσωπικὴ καὶ συγγενικὴ σχέση, ἐνῷ μὲ τὴν εὐκαιρία τῆς κοιμήσεως της [ 3. Ἰαν. 1907]  καὶ τοῦ 40ημέρου μνημοσύνου της [24 Φεβρ. 1907] ‒πάλι  στὸν Ἅγιο Γεώργιο τοῦ Καρύτση‒ εἶχε δημοσιεύσει σχετικὲς νεκρολογίες [βλ.  Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Ἅπαντα, ἐπιμ. Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος, ἐκδ. Δόμος, Ἀθήνα 22005, τ. Ε΄, σ. 343· Κωνσταντῖνος Σπ. Τσιώλης, «“...καὶ μὲ τρέμοντα χείλη...” Ἀθησαύριστον Ἀλεξάνδρου Παπαδιαμάντη», ἐφ. Χρονικὰ Δυτικῆς Μακεδονίας, Γρεβενά, φ.730 / 9. 6. 2017,  σ. 11-18· Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Ἅπαντα, ἐπιμ. Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος, ἐκδ. Δόμος, Ἀθήνα 22005, τ. Ε΄, σ.343.
[11] Πρόκειται γιὰ τὸν Ἅγιο Γεώργιο τῶν Βράχων στὸν συνοικισμὸ «Ἀναφιώτικα» τῆς Πλάκας.
[12] Γιὰ τὸν πανηγυρίζοντα ναὸ σημειώνεται στὸ δημοσίευμα τῆς ἐφ.  «Ἀκρόπολις» τῆς 23 Ἀπριλ. 1902: «Εἰς τὴν Κυψέλην πανηγυρίζει ὁ νεοκόσμητος ναὸς τοῦ τροπαιοφόρου μεγαλομάρτυρος, καθαρὸς καὶ ἀπαστράπτων, μικρὸς κομψὸς ὡς παρεκκλήσιον κανενὸς βυζαντινοῦ Συγκλητικοῦ»· Ἐφ. Ἀκρόπολις, «Αἱ σημεριναὶ πανηγύρεις. Ὁ Ἅγιος Γεώργιος. –Πῶς θὰ ἑορτασθῇ ἀπὸ τὸν λαόν»,  φ. 7235 23.3. 1902, σ. 2.
[13] Πρόκειται περὶ τοῦ Γέροντος Σωφρονίου Κεχαγιόγλου (1839-1934), ἀπὸ τὴ Ραιδεστὸ τῆς Θράκης, Ἁγιορείτου πνευματικοῦ τοῦ τέλους τοῦ 19ου καὶ τῶν ἀρχῶν τοῦ 20ου αἰ. Ἀπὸ αὐτὸν εἶχε ἐκφράσει ὁ Μωραϊδίδης τὴν ἐπιθυμία νὰ πραγματοποιηθεῖ ἡ κουρά του εἰς μοναχὸν Ἀνδρόνικον· βλ. Κωνσταντῖνος Ν. Καλλιανός, «Μία ἀνέκδοτη ἐπιστολὴ τοῦ Ἀλεξάνδρου Μωραϊτίδη στὸν Γέροντα Σοφρώνιο Κεχαγιόγλου», Ἐφ. Χρονικὰ Δυτικῆς Μακεδονίας, φ. 663 / 15. 1. 2016, σ. 11-13· Κωνσταντῖνος Ν. Καλλιανός, «Ὁ ἁγιορείτης γέροντας Σωφρόνιος Κεχαγιόγλου καὶ ἡ Ὀρθόδοξη πνευματικὴ ἀναγέννηση τῆς  νήσου Σκοπέλου ἀπὸ τὰ τέλη τοῦ 19ου μέχρι τὰ μέσα τοῦ 20ου αἰ., Πρωτᾶτον, (2000)  67-73· Ἀλέξανδρος Μωραϊτίδης, Μὲ τοῦ βορηᾶ τὰ κύματα, ἐκδ. Σιδέρη, σειρὰ Δ΄, Ἀθήνα  1925, σ. 69-70, σημ. 1.
[14] «Οἱ ὀπωροπῶλαι καὶ λαχανοπῶλαι τελοῦσι σήμερον τὴν ἐτήσιον τοῦ σωματείου των πανήγυριν ἐν τῷ ναῷ τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Ρέντη, ὅπου ἔχουσι ἀνηρτημένην τὴν εἰκόνα τοῦ προστάτου μεγαλομάτρυρος. Ἐκεῖ εἰς τὴν ὡραίαν τῆς πόλεώς μας ἐξοχήν, θὰ τελέσουν τὴν θείαν λειτουργίαν  μετὰ πάσης λαμπρότητος, κατόπιν δὲ θὰ παρακαθίσωσιν εἰς κοινὸν συμπόσιον ἐξ ὀπτῶν ἀμνῶν καὶ θὰ εὐθυμίσουν τραγουδοῦντες  καὶ χορεύοντες μέχρις ἑσπέρας». Ἐφ. Ἀκρόπολις, «Αἱ σημεριναὶ πανηγύρεις. Ὁ Ἅγιος Γεώργιος. –Πῶς θὰ ἑορτασθῇ ἀπὸ τὸν λαόν»  φ. 7235 23.3. 1902, σ. 2.
                                         Κωνσταντῖνος Σπ. Τσιώλης
 Σημ.: πρώτη δημοσίευση στὰ Χρονικὰ Δυτικῆς Μακεδονίας τῶν Γρεβενῶν, φ. 772,  27. 4. 2018