Ἑλληνομουσεῖον (τό). Ὀνομασία διδομένη πολλαχοῦ, ἐπὶ Τουρκοκρατίας, εἰς τὰ σχολεῖα ἀνωτέρων πως σπουδῶν. Περί «κοινῶν ἑλληνομουσείων ἐπ᾿ ὠφελείᾳ τοῦ γένους κοινῇ» γίνεται λόγος καὶ ἐν σιγιλλίῳ τοῦ Οἰκουμενικοῦ πατριάρχου Γρηγορίου Ε', ἐκδοθέντι κατ᾿ Αὔγουστον τοῦ 1819.


Σ᾿ αὐτὸν τὸν διαδικτυακὸ χῶρο, ποὺ ἀπευθύνεται στοὺς φίλους τῆς χώρας τῶν Ἀγράφων, φιλοξενοῦνται κείμενα, ἄρθρα, μελέτες, ἀνακοινώσεις, βιβλία εἰκόνες, ταινίες ποὺ ἀφοροῦν ἢ παραπέμπουν στὴν ἱστορία, τὸν πολιτισμό, τὶς παραδόσεις, τὸ φυσικὸ περιβάλλον τοῦ ἱστορικοῦ χώρου τῶν Ἀγράφων, ὅπως αὐτὸς ἦταν γνωστὸς στὴν ὕστερη βυζαντινὴ ἀλλὰ καὶ μεταβυζαντινὴ ἐποχή. Σκοπὸς τῆς δημιουργίας του εἶναι νὰ γίνουν γνωστὰ καὶ νὰ ἀναδειχθοῦν, κατὰ τὰς δυνάμεις ἡμῶν, ὅλα ἐκεῖνα τά ‒ἀνὰ τοὺς αἰῶνες‒ ἰδιαίτερα χαρακτηριστικὰ γνωρίσματα τοῦ τόπου μας καὶ τῶν ἀνθρώπων του.

Παρασκευή, 3 Νοεμβρίου 2017

ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΓΡΑΝΙΤΣΑΣ: Ὁ τοῦ "Χρόνου" (ὑπο)Διευθυντής

Ὁ ἐκ Γρεβενῶν φιλαγραφιώτης Ἀντώνης Παπαβασιλείου σχολιάζει πάλι τὸν Στέφανο Γρανίτσα:
«Δὲν μιλᾶμε βέβαια γιὰ τὸν ΧΡΟΝΟ (τὸν time μωρέ), τὸν ἐπαγγελματία αὐτὸν δολιοφθορέα. Τοῦτος δὲν καταλαβαίνει οὔτε ἀπὸ ἐκδότες, διευθυντὲς καὶ κάθε εἴδους δερβέναγες.

Ἀλλὰ γιὰ τὸν "Χρόνο" τὴν δυναμικὴ πολιτικὴ ἐφημερίδα τῶν Ἀθηνῶν, ποὺ ἐξέδωσε τὸ 1903 ὁ Κωστῆς Χαιρόπουλος. Ἐκεῖ ὁ 24χρονος Στέφανος Γρανίτσας ἀρχίζει νὰ ἐργάζεται ὡς χρονογράφος τὸ 1904. ("Νεώτατος εἰσῆλθεν εἰς τὴν δημοσιογραφίαν, διακριθεὶς ὡς χρονογράφος", γράφει ἡ ΜΕΓΑΛΗ  ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ τοῦ Παύλου Δρανδάκη).

Δημοσιεύει ἀρχικὰ ἐπιφυλλίδες γιὰ τὸν Καραϊσκάκη (δούλευε βιογραφία του). Τὸ 1905 γίνεται Ὑποδιευθυντὴς τῆς ἐφημερίδος καὶ ἀπὸ τὸ 1907 ἀρχίζει νὰ γράφει χιουμοριστικὰ διηγήματα. Τὸ ἑπόμενο ἔτος διευθύνει τὸ "Φιλολογικὸ Ἡμερολόγιο" τοῦ "Χρόνου".
Θὰ ἤθελα νὰ κυκλοφοροῦσα γιὰ λίγο σὲ κεῖνα τὰ γραφεῖα καὶ τὰ τυπογραφεῖα τῶν Ἀθηνῶν. Κυψέλες πραγματικὲς (κάπου ἐκεῖ, στὶς γειτονιὲς τοῦ χάρτου, δούλευαν σκληρὰ καὶ οἱ Σκιαθίτες Ἀλέξανδροι). Νὰ ἔβλεπα μόνο μερικὰ ἀπὸ τὰ χειρόγραφα στὸν δρόμο τους γιὰ τὸ πιεστήριο.




(Υ.Γ.1 Τὸ Γρανιτσιώτικο πάθος μου τὸ τροφοδοτεῖ μὲ πληροφορίες ὁ φίλος Κώστας Σπ. Τσιώλης. ὁ Ἀγραφιώτης.
Υ.Γ.2 Τοῦ Δρανδάκη τὴν Ἐγκυκλοπαίδεια ΔΥΣΤΥΧΩΣ δὲν τὴν κατέχω. Ἀλλὰ ἡ πάντα φιλόξενη Βιβλιοθήκη τῆς πόλης μας ἔχει τὴν πλήρη σειρὰ τῶν τόμων, ἀπὸ ὅπου καὶ οἱ εἰκόνες)
».
Κωνσταντῖνος Σπ. Τσιώλης

Τετάρτη, 1 Νοεμβρίου 2017

ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΓΡΑΝΙΤΣΑΣ: «ΤΑ ΑΓΡΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΗΜΕΡΑ ΤΟΥ ΒΟΥΝΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΛΟΓΓΟΥ»

Ὁ καλὸς φίλος τῶν Ἀγράφων καὶ μεταξὺ πολλῶν ἄλλων ἐκδότης τῶν Χρονικῶν Δυτικῆς Μακεδονίας, Ἀντώνης Παπαβασιλείου γράφει μετὰ ἀπὸ τὴν ἀνάγνωση τοῦ κλασικοῦ πλέον ἔργου τοῦ Στέφανου Γρανίτσα:
«Γρεβενά,  31. 10. 2017
Ψὲς βράδυ τελείωσα Τὰ ἄγρια καὶ τὰ ἥμερα τοῦ βουνοῦ καὶ τοῦ λόγγου

Μπορεῖ, σαν μαθητής, νὰ τὰ εἶχα ξαναδιαβάσει. Θυμόμουν πάντως τὶς τυπωμένες μὲ κόκκινη μελάνη ἀπεικονίσεις τῶν… βιογραφηθέντων ζώων. 

Τὰ ρουφάω σὰν δροσιστικὸ κάθε πρωί, ἔγραφε γιὰ τὰ χρονογραφήματα τοῦ Στέφανου Γρανίτσα (1880-1915) ὁ Βλάσης Γαβριηλίδης.
Σύντομος ὁ βίος τοῦ ἐξ (Ἀγράφων) Εὐρυτανίας Σ. Γ., ἀλλὰ παλληκαρήσιος. Ἔφεδρος Ἀνθυπολοχαγὸς στοὺς Βαλκανικούς, βουλευτής, ἄνθρωπος βαθιᾶς καλλιέργειας καὶ λεπτοῦ (ἀγραφιώτικου) χιοῦμορ.

Τά ἄγρια καὶ τὰ ἥμερα, σειρὰ ἄρθρων του στἠν ΕΣΤΙΑ, θὰ συγκεντρωθοῦν μεταθανάτια σὲ τόμο ἀπὸ τὸν Ἐλευθερουδάκη (τύποις Π. Πετράκου, Σοφοκλέους 7, Ἀθῆναι) καὶ θὰ τυπωθοῦν τὸ 1921, μὲ πρόλογο τοῦ Ζ.Λ. Παπαντωνίου.
Μικρὸν ἐδάφιον:

Ἡ Πέστροφα εἶναι τὸ εὐμορφότερο καὶ ἀφθονώτερο ψάρι τῶν Εὐρυτανικῶν ποταμιῶν. Τὸ ὄνομά της τὸ χρεωστεῖ εἰς τὸ κυριώτερον χάρισμα ποὺ ἔχει. Εἶναι τὸ μόνο ψάρι ποὺ ἀνηφορίζει τὰ ποτάμια (ἐπιστρέφει, πέστροφα).
Τὸ πρᾶγμα δεν εἶναι ὀλίγον παράξενον. Τὰ Εὐρυτανικὰ ποτάμια, ἰδίως τὰ τῶν Ἀγράφων, δὲν ἔχουν μόνον τὰς ἀποτομωτέρας κλίσεις, ἀλλὰ καὶ συχνοὺς καταρράκτας μεγάλου ὕψους. Πῶς λοιπὸν τοὺς ἀναβαίνει ἡ Πέστροφα; Ἰδοὺ ἡ τέχνη της: Ἅμα φθάσῃ εἰς τὸν ποῦντον (τὸ κάτω μέρος τοῦ καταρράκτου), δαγκώνει τὴν οὐράν της, κουλουριάζεται καὶ ἐκσφενδονίζεται πρὸς τὰ ἐπάνω, διατρυπώσα ὡς βέλος τὴν σούδαν τῶν νερῶν.

Τῶν ποταμῶν αὐτῶν ἔλαβε τὴ δροσιὰ καὶ τὴν μοίρασε μὲ μελάνι, σὲ ὅλους μας».
Κωνσταντῖνος Σπ. Τσιώλης

Τετάρτη, 25 Οκτωβρίου 2017

24 ΟΚΤ. 2017. ΚΟΙΜΗΣΙΣ ΚΩΣΤΑ ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΑΓΙΑΝΝΗ

Βαθειὰ συγκίνηση ἁπλωμένη στὴν ψυχή μας καὶ ὅλη τὴν περιοχὴ τῶν Ἀγράφων ἔκαμε ἡ εἴδηση τῆς κοιμήσεως τοῦ Κώστα Δήμου Μαραγιάννη ἑνὸς διακριμένου ἐπιστήμονα στενοῦ φίλου καὶ ὑποστηρικτὴ τῶν Ἀγράφων, ἰδιαίτερα τῶν Μεγ. Βραγγιανῶν, τοῦ «Ἑλληνομουσείου Ἀγράφων», τόπου κοιμήσεως τοῦ ὁμοχώριού του ὁσίου Εὐγενίου Γιαννούλη τοῦ Αἰτωλοῦ.     

Πάντα ἡ σκέψη του ἦταν στὰ ἀπόκρημνα καὶ βαθύσκια βουνὰ τῶν Ἀγράφων μέρη ὅπου δίδαξε καὶ καθαγίασε ὁ ὅσιος Εὐγένιος: «ἐκεῖ στὴν ‘‘Φοντάνα’’ αἰωροῦνται τὰ χνῶτα τοῦ Ἁγίου», ἔλεγε. Εἴχαμε τὴν τιμὴ νὰ τὸν γνωρίσουμε, αὐτὸν καὶ τὴν οἰκογένειά του, τόσο ἀπὸ τὶς προσκυνηματικὲς ἐπισκέψεις του στὸν τόπο μας ὅσο καὶ ἀπὸ τὴν δική μας παρουσία ἐκεῖ ὅπου ζοῦσε καὶ νὰ ἀντιληφθοῦμε μὲ λόγο καὶ ἔργο τὴν ἀγάπη, τὸ ἐνδιαφέρον καὶ τὴν μέριμνά του γιὰ τὸν τόπο μας καὶ τὴν ἱστορία του. Οἱ ὡραῖοι βλαστοὶ τοῦ οἴκου του, ποὺ δικαιώνουν ὅλες τὶς ἐλπίδες ποὺ στήριζε σ᾿ αὐτοὺς ὁ ἀείμνηστος καὶ ἦταν ἡ χαρὰ καὶ τὸ καύχημά του, ἀποτελοῦν γιὰ μᾶς παρακαταθήκη συνέχειας τῆς πνευματικῆς μας σχέσης, ποὺ ὑποστασιάζεται ἀπὸ τὴ σχέση τοῦ Εὐγενίου Γιαννούλη μὲ τὸν φιλοστόργως βιογραφήσαντα τὸν διδάσκαλό του Ἀναστάσιο Γόρδιο, τὸν ὁμοχώριο μας. Ὁ Θεὸς ἂς παρηγορεῖ τοὺς οἰκείους του καὶ ἂς ἀναπαύσῃ τὴν ψυχή του ἐν σκηναῖς τῶν Δικαίων.

Κωνσταντῖνος Σπ. Τσιώλης

Τρίτη, 24 Οκτωβρίου 2017

ΜΝΗΜΗ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΜΩΡΑΪΤΙΔΟΥ († 25 ΟΚΤ. 1929). Ο ΜΩΡΑΪΤΙΔΗΣ ΣΤΟ ΚΑΡΠΕΝΗΣΙ (1901)

Τὸ Εὐρωπαϊκὸ Κέντρο Εὐρυτανικῶν Σπουδῶν καὶ Ἐρευνῶν (ΕΥΚΕΣΕ) σὲ συνεργασία μὲ τὴν ἱστορική «Πανευρυτανικὴ Ἕνωση», τὰ Γενικὰ Ἀρχεῖα τοῦ Κράτους (ΓΑΚ) Ἀρχεῖα Ν. Εὐρυτανίας καὶ τὸν σύλλογο Καρπενησιωτῶν «Τὸ Βελούχι» πραγματοποίησε στὸ Καρπενήσι,  ἀπὸ18 ἕως 21 Ὀκτωβρίου 2017, ἐπιστημονικὸ συνέδριο μὲ θέμα:
«Τὸ Καρπενήσι στὴ διαχρονική  του πορεία, ἀπὸ τὴν ἀρχαιότητα ὡς τὶς μέρες μας»
Ἀπὸ τὶς ἐργασίες τοῦ Συνεδρίου παραθέτουμε τὴν προφορική μας εἰσήγηση σχετικὰ μὲ τὴν ἐπίσκεψη τοῦ Ἀλεξ. Μωραϊτίδη  ὅπως ἀνακοινώθηκε στὶς 20 Ὀκτωβρίου, στὰ χρονικὰ περιθώρια τοῦ 12λέπτου τῶν εἰσηγήσεων:


Ὅλα ἐν τῷ Καρπενησίῳ μεγαλοπρεπῆ
Τὸ ταξίδι τοῦ  Ἀλεξάνδρου  Μωραϊτίδη στὸ Καρπενήσι

Ἡ ἀπάντηση στὸ χαριτoλογικὸ ἐρώτημα: ποιό «νησί» δὲν περιβάλλεται ἀπὸ θάλασσα; εἶναι, ὡς γνωστόν, τὸ Καρπε – νῆσι! Αὐτὸ βέβαια παρὰ τὸν ἀνεκδοτολογικό του χαρακτῆρα ἔχει καὶ «σπέρμα ἀληθείας» καθὼς τὸ Καρπενῆσι δὲν περιβάλλεται μὲν ἀπὸ θάλασσα ἔχει ὅμως ἐπίνειον. Αὐτὸ τὸ δηλώνει ἕνας ἀπὸ τὰ γεννοφάσκια του νησιώτης, ὁ Ἀλέξανδρος Μωραϊτίδης (Σκιάθος 1850-1929) ὅταν, ὡς «δημοσιογραφικὸς ταξειδιώτης», ὅπως ὁ ἴδιος ἀποκαλεῖ τὸν ἑαυτό του, προκειμένου νὰ μεταβεῖ ἀπὸ τὸν Πειραιᾶ στὸ Καρπενῆσι ἀποβιβάζεται στὴ Στυλίδα. Σημειώνει πὼς ἡ Στυλίδα:
«Ἔχει τὴν τιμὴν νὰ εἶναι τὸ ἐπίνειον ὄχι μόνον τῆς Λαμίας, ἀλλὰ καὶ τοῦ Καρπενησίου ἀκόμη.
—Σιγά, σιγὰ παρακαλῶ, μὴ μᾶς ἀκούσῃ κανένας ἀμερικάνος καὶ μᾶς πάρῃ γιὰ παλαβούς.
Καὶ ὅμως εἶναι ἀληθές.
Ἀπὸ τὴν Στυλίδα πρέπει νὰ προχωρήσει κανεὶς διὰ τὸ Καρπενήσιον.
—Ἀλήθεια βρὲ παιδιά!
—Ἀλήθεια κι᾿ ἀλήθεια!
Καὶ εἰς ὅλον τὸ ταξεῖδί μου ἕως ἐδῶ, πρόβλημα ἄλυτον κατέτρωγε τὸν λογισμό μου:
—Ἀπὸ ποῦ τάχα νὰ πᾶνε στὸ Καρπενῆσι;
Ἕως ὅτου κατάλαβα πὼς ἀπὸ ἐδῶ πᾶνε στὸ Καρπενῆσι!»
(Διατηρεῖται ἡ ὀρθογραφία τῆς πρώτης δημοσιεύσεως στὴν ἐφ. «Ἀκρόπολις»)
Ἐδῶ, παρενθετικά, ἐπιβεβαιοῦντες τὸν Μωραϊτίδη, καὶ σχετιζόμενο μὲ τὴ γενέτειρά του Σκιάθο, παραθέτουμε ἕνα ἔγγραφο, μία συμβολαιογραφικὴ πράξη τοῦ 1838, μεταξὺ τοῦ Σκιαθίτη πλοιάρχου Ἀναγνώστη Τζανάκου καὶ πολιτοχωριτῶν τοῦ Καρπενησίου γιὰ μεταφορὰ 50 περίπου μεταναστῶν κατοίκων τῆς περιοχῆς, μὲ τὸ ἱστιοφόρο «Ποσειδών», [προφανῶς ἀπὸ τὴ Στυλίδα]  μὲ προορισμὸ τὴν Κωνσταντινούπολη. Μάλιστα στὸ συμβόλαιο προβλέπεται μετὰ τὴν ἀναχώρηση, στάση καὶ παραμονὴ τριῶν περίπου ἡμερῶν στὴ Σκιάθο γιὰ ἀνεφοδιασμό. Ἐπὶ τρεῖς ἡμέρες δηλ. οἱ πολιτοχωρίτες τοῦ Καρπενησιοῦ φιλοξενήθηκαν στὴν πατρίδα τοῦ Μωραϊτίδη καὶ τοῦ Παπαδιαμάντη:
Περῶντες δὲ ἀπὸ τὴν Σκιάθον θέλει μείνει ἐκεῖ δύο, ἕως τρεῖς ἡμέρας διὰ νὰ ἑτοιμάσῃ τροφάς, εἰ δὲ καὶ μείνει περισσότερον, τὰ ἔξοδα τῶν ἐπιβατῶν ἐννοοῦνται εἰς βάρος τοῦ πλοιάρχου.  
Τὸν Δεκέμβριο τοῦ 1901 ὁ διηγηματογράφος, δημοσιογράφος, θεατρικὸς συγγραφέας καὶ μεταφραστὴς Ἀλέξανδρος Μωραϊτίδης πραγματοποιεῖ ἕνα περιπετειῶδες καὶ κοπιαστικὸ ταξίδι  ἀπὸ τὴν Ἀθήνα στὸ Καρπενῆσι. 

Μὲ τὸ ἀτμόπλοιο «Ἤπειρος» τῆς Ἑταιρείας «Πανελλήνιος»  ἀπὸ τὸν Πειραιᾶ μεταβαίνει μέσῳ Χαλκίδος στὴ Στυλίδα καὶ ἀπὸ ἐκεῖ ὁδικῶς μὲ ἅμαξες ἱππήλατες, μέσῳ Λαμίας, περνῶντας ἀπὸ χιονισμένα βουνὰ καὶ πελώρια ἔλατα, φτάνει στὸ Καρπενῆσι.

Τὸ ταξιδιωτικὸ τοῦ Μωραϊτίδη στὸ Καρπενήσι δημοσιεύεται στὴν ἐφημερίδα «Ἀκρόπολις» τοῦ Βλάση Γαβριηλίδη, μιᾶς μεγάλης δημοσιογραφικῆς, καὶ ὄχι μόνον μορφῆς τῆς ἐποχῆς, στενοῦ φίλου καὶ συνεργάτη καὶ τῶν δύο ἐκ τῆς πνευματικῆς ξυνωρίδος τῆς Σκιάθου: τοῦ Μωραϊτίδη καὶ τοῦ Παπαδιαμάντη. 
Δημοσιεύεται σέ «πρώτη θέση», στὴν πρώτη σελ. τῆς Τρίτης 15ης Ἰαν. 1902 μὲ τὸ φιλολογικὸ ψευδώνυμο «Ὁ ταξειδιώτης» καὶ εἶναι ἐντυπωσιακὸ πὼς μόνο του καταλαμβάνει σὲ χῶρο τὴν μισὴ ἔκταση τῆς 1ης σελίδας· ἔνδειξη τῆς δύναμης τῆς δημοσιογραφικῆς γραφίδος τοῦ Μωραϊτίδη. Στὴν ἐφ. «Ἀκρόπολις» δημοσιεύεται μὲ ὑπέρτιλο «Ἀπὸ τὰ χειμερινὰ ταξείδια», τίτλο «Μέσα ᾿στὰ χιόνια. Ἀπὸ ποῦ πᾶνε γιὰ τὸ Καρπενῆσι» καὶ ὑπότιτλο τὶς ἐπὶ μέρους ἐνότητες τοῦ ταξιδιωτικοῦ: «Θάλασσα καὶ ξηρά – Χαλκίς – Τὸ Κανδῆλι – Στυλίς – Καὶ ἕνας ἄλλος Λυκαβητός – Χωριὰ καὶ χάνια – Διὰ μέσου βουνῶν καὶ ποταμῶν καὶ χιόνων – Τὸ Βελοῦχι – Τὸ Καρπενήσιον καὶ τὰ καλά του». Εἰκοσιπέντε χρόνια ἀργότερα, τὸ 1926, δημοσιεύται ἀπὸ τὸν ἐκδοτικὸ οἶκο τοῦ Ἰωάννου Σιδέρη στὸν Ε΄ τόμο ( σ. 77-93) τοῦ 6τομου ἔργου του «Μὲ τοῦ βορηᾶ τὰ κύματα», ὅπου περιλαμβάνεται τὸ μεγαλύτερο μέρος τῶν ταξιδιωτικῶν του κειμένων. Ἐκεῖ δημοσιεύται μὲ ἀλλαγὴ τοῦ ὑπερτίτλου ὡς: «Ἕνα πολὺ περίεργον ταξείδιον», τίτλο ποὺ θὰ ζήλευε καὶ Ἰούλιος Βέρν καὶ τίτλου ὡς «Ἀπὸ ποῦ πᾶνε ᾿σ τὸ Καρπενῆσι» ἀλλὰ καὶ κάποιες μικρὲς ἀλλαγὲς στὸ κείμενο προϊὸν ἐπιμέλειας τοῦ  συγγραφέως, ὅπως ὁ ἴδιος δηλώνει στὸν πρόλογό του. Στὴν τελευταία σελίδα (σ. 93) δημοσιεύεται φωτογραφία μὲ ἄποψη τοῦ Καρπενησίου σαφῶς μεταγενέστερη τοῦ ταξιδιού του.   
Ὁ ἀκριβὴς χρόνος μεταβάσεως τοῦ Μωραϊτίδη στὸ Καρπενῆσι δὲν εἶναι γνωστός. Μὲ βάση ὅμως τὴ δημοσίευση τῶν ταξιδιωτικῶν του στὴν ἐφ. «Ἀκρόπολις», ἀλλά κυρίως, σὲ κάποιες ἀναφορὲς περὶ περιόδου νηστείας τῶν Χριστυγέννων καὶ χειμερινοῦ καιροῦ τὸ χρονοθετοῦμε, συμβατικά, στὸ χρονικὸ διάστημα 21 Νοεμβρίου – 24 Δεκεμβρίου 1901 καθὼς ὁ Μωραϊτίδης ἀναφέρει πὼς στὴν Χαλκίδα, ὅπου στάθμευσε τὸ ἀτμόπλοιο,  ἀγόρασε θαλασσινὰ γιὰ νὰ φάγει γιατὶ ἦταν περίοδος νηστείας:
«—ἠγόρασα νωπὰς χιβάδας –νηστεία γὰρ ἦν».

Πιθανότατα μετέβη μεταξὺ 10-17 Δεκεμβρίου γιατὶ ἀναφέρει πιθανὴ παρουσία ζωεμπόρων μεταβαινόντων στὴ Θεσσαλία γιὰ  ἑορταστικὲς προμήθειες ἐν ὄψει τῶν  Χριστουγέννων.
Ξεκίνησε ἀπὸ τὸν Πειραιᾶ τὴν 9η βραδυνή, μὲ κακὲς καιρικὲς συνθῆκες, καὶ ἔφθασε στὴν Χαλκίδα τὴ 10η πρωϊνὴ τῆς ἑπομένης. Μετὰ τὴ Χαλκίδα, ἑπόμενος σταθμὸς ὅπου καὶ ἀποβιβάζεται τὶς βραδυνὲς ὥρες, ὡς «δημοσιογραφικὸς ταξειδιώτης» ὅπως αὐτοαποκαλεῖται, εἶναι ἡ Στυλίδα, «τὸ ἐπίνειον τοῦ Καρπενησίου» ὅπως προανεφέρθηκε. Διέμεινε σὲ πανδοχεῖο στὸ λιμάνι ὅπου διανυκτέρευσε καὶ τὴν ἑπομένη ξεκίνησε γιὰ νὰ μεταβεῖ στὴ Λαμία, πρῶτο ἐνδιάμεσο σταθμὸ στὴν πορεία του γιὰ τὸ Καρπενῆσι. Ὁ Μωραϊτίδης ἀναφέρεται στὴν ἀσφάλεια τοῦ ταξιδιού του ἀπὸ τὴ Στυλίδα πρὸς τὸ Καρπενῆσι καὶ σημειώνει:
«Ὁ καταδιωκτικὸς Θησεὺς τῆς Φθίας, ὁ νόμος ὁ αὐστηρὸς περὶ λῃστείας, ἐκαθάρισεν ὅλον τὸ πεδίον τοῦ Σπερχειοῦ ἀπὸ τὰ κακοποιὰ στοιχεῖα».
Ὅταν φθάνει στὴ Λαμία διαμένει στὸ ξενοδοχεῖο «Εὐρώπη» ἔναντι τοῦ ὁποίου στέκει ἡ ἱστορικὴ Ἀκρολαμία, ἡ ὁποία τὸν γοητεύει καθὼς τοῦ θυμίζει τὸν Λυκαβητό τῶν Ἀθηνῶν:
«Δὲν ἤθελα νὰ ξεκολλήσω τὰ μάτια μου ἀπὸ τὸ βουνάκι αὐτό. Θαῤῥοῦσα πῶς εἶμαι ἀκόμη εἰς τῆς κυρα-Χαραλάμπαινας τὸ σπιτάκι, ὁδὸς Ἐρεσοῦ καὶ ἔβλεπα τὸν ἀγαπημένον μου Λυκαβητόν».

Ἐκεῖ διαπραγματεύεται τὴ μετάβασή του μὲ ἱππήλατη ἅμαξα στὸ Καρπενῆσι:
«—Πόσα θέλεις ἁμαξᾶ γιὰ τὸ Καρπενῆσι;
—50 φράγκα!
—Ἄϊντε μπακαλούμ!»
Ἀπὸ τὴ Λαμία σὲ 4 ὧρες φθάνει στὴ Μακρακώμη καὶ μετὰ 1 ὥρα στὸ ἱστορικὸ ὀνομαστὸ χάνι τοῦ Ποντικοῦ. Ἀπὸ τὸ χαγιάτι τοῦ χανιοῦ βλέπει γοτευμένος τὰ χιονισμένα βουνά καὶ γράφει:
«Τὸ λευκὸν αὐτὸ θέαμα τῶν χιονισμένων βουνῶν ἐν νυκτί, αὐτὸ εἶναι ἀπερίγραπτον, δεόμενον πέννας χηνίσιας, παλαιᾶς, νὰ βουτᾷ εἰς ἄσπρο μελάνι καὶ νὰ γράφῃ χιονάτας εἰκόνας λευκὰς σἂν τὴν κάτασπρη φλοκάτα».
Γιὰ τὴν συνέχεια λόγῳ ἀλλαγῆς τῆς γεωμορφολογίας τοῦ ταξιδιοῦ, ἀλλάζει ἅμαξα καὶ παίρνει ἐλαφρὰ ταχυδρομικὴ ἅμαξα μὲ τρεῖς ἵππους. Μετὰ τρεῖς ὧρες διαδρομῆς ἐν ἀνωφερείᾳ, περιγράφωντας μὲ λυρικὰ λεκτικὰ σχήματα τὰ βουνά, τὰ δάση τὰ δένδρα, τὰ νερὰ φθάνει στὴν Κάψη ὅπου καταλύει ἐπ᾿ ὀλίγον στὸ χάνι τοῦ χωριοῦ.
Φθάνει στὴ Ράχη τοῦ Τυμφρηστοῦ:
«Οἱ τροχοὶ τῆς ἁμάξης τριζοκοποῦσι ἐπὶ τῆς χιόνος. Ἡ ὁδὸς εἶναι μία λευκὴ κρυσταλλωμένη ἐπίστρωσις. Ἀρχίζει δὲ νὰ πίπτῃ ψιλό-ψιλὸ χιόνι ὡς ἄχνη παγωμένης δρόσου, τὴν ὁποίαν ὡς προϋπαντὴν χαρμόσυνον μοῦ ἀποστέλλει τὸ χιονισμένον Βελοῦχι ἀπὸ μέσα ἀπὸ τὴν κάτασπρην φλοκάταν του, ἀγαλλόμενον διὰ τὴν ὑπερβάλλουσαν τιμήν, νὰ γίνῃ νομαρχία τώρα στὰ γεράματά του».
Πράγματι τὸ 1899 ἱδρύεται ἡ νομαρχία Καρπενησίου καὶ Πρωτοδικεῖο. Νομάρχης τὴν ἐποχὴ τῆς ἐπισκέψεως τοῦ Μωραϊτίδη ὁ διορισθεὶς τὸν Μάρτιο (Σκριπ 7.3.1901) τοῦ 1901 Ι. Κανάρης, μετατεθεὶς ἀπὸ τὴν Νομαρχία Τριφυλίας.
Τὸ ἀπόγευμα φθάνει στὸ Καρπενήσι.
Ὅταν φτάνει, τὸν ἐντυπωσιάζουν οἱ κατάλευκες πλαγιὲς τῶν πέριξ τοῦ Καρπενησίου βουνῶν, τὰ δάση του, τὸ ψῦχος ποὺ ἐπικρατεῖ στὴν κωμόπολη, οἱ κάτοικοί του μὲ τὶς ἐνδυμασίες τους, τὰ τοπικὰ προϊόντα, ἀλλὰ καὶ ἡ ἀπομόνωση τοῦ τόπου λόγῳ τῆς γεωμορφολογίας του ἀπὸ τὴν ὑπόλοιπη Ἑλλάδα:
 «…μίαν ὡραίαν βουνίσιαν κωμόπολιν εἰς τὴν πλαγιὰν τοῦ Τυμφρηστοῦ, ἔχουσαν τὴν τιμὴν νὰ φιλοξενῇ ὑπὸ τὰ μαῦρά του ἔλατα τὰ γραφικὰ ὅλας τὰς ἀρχὰς καὶ ὅλας τὰς ἐξουσίας. Ἐπίσκοπον μὲ ἱεραρχίαν κληρικήν, νομάρχην μὲ γραμματεῖς καὶ μὲ γραφεῖα, Πρωτοδικεῖον μὲ δικαστὰς καὶ εἰσαγγελεῖς, καὶ ὅλην τὴν συμπαρομαρτοῦσαν ταῖς ἀρχαῖς ἐπίσημον λάμψιν. Καὶ ἡ δικαία αὐτὴ χαρὰ τῆς ὀρεινῆς κωμοπόλεως εἶναι μεγαλοπρεπής, ὡς εἶναι μεγαλοπρεπῆ καὶ ὅλα τὰ καλά του. Μεγαλοπρεπὴς ὁ χειμών του. Μεγαλοπρεπεῖς καὶ αἱ κατάλευκοι κλιτύες τῶν ὑψικορύφων βουνῶν του. Μεγαλοπρεπεῖς καὶ αὐτοὶ οἱ ὀρεινοὶ ἀγρόται, ὀγκώδεις ἀπὸ τὰς βαρείας χλαίνας  καὶ σκληριπτύχους λιάρας. Ἀλλὰ καὶ ἡ φθήνια τῶν πραγμάτων εἶναι μεγαλοπρεπὴς καὶ αὐτὴ ἐν τῇ εὐτελείᾳ της. Τέλος, ὅλα ἐν τῷ Καρπενησίῳ μεγαλοπρεπῆ, τὰ ψύχη του, τὰ δάση του, τὰ κυνήγια του. Μεγαλοπρεπὴς ἀκόμη καὶ ἡ μόνωσις τῆς σφριγώσης πολίχνης, θλιβομένης διὰ τὴν ἔλλειψιν τὴν ἔνοχον τῆς συγκοινωνίας, ἥτις τὴν ἀποκλείει ἀπὸ τῆς Ἑλλάδος χειρότερον τῆς χιόνος, καταδικάζουσα αὐτὴν νὰ ζῇ ὡς ἐρημίτης μέσα εἰς τὰ μαῦρα πένθη τῆς μοναξίας καὶ μέσα εἰς τὰ μαῦρα ἔλατα…»
Ἐπίσκοπος Καρπενησίου ἦταν ὁ Βοιωτὸς νεωστὶ ἐκλεγεὶς Σεραφεὶμ Δομβοΐτης (1901-1914) ἡ θητεία τοῦ ὁποίου ὑπῆρξε πρότυπο ἀληθοῦς καὶ πνευματικὰ συγκροτημένου ποιμενάρχη.

Μὲ διάταγμα τῆς 20ης Αὐγούστου 1901 Πρόεδρος πρωτοδικῶν Εὐρυτανίας ὁρίζεται ὁ Π. Ἰατρίδης, Εἰσαγγελεὺς ὁ Φ. Ἁρμυριώτης καὶ Γραμματέας ὁ Ι. Σακελλαριάδης.
Στὸν ἴδιο τόμο τῆς σειρᾶς «Μὲ τοῦ βορηᾶ τὰ κύματα» στὴ θεματική «Παναγιογραφία»   ὁ Μωραϊτίδης ἀναφέρεται καὶ στὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς Προυσιώτισσας καὶ τὴν τοποθετεῖ στὶς 3  πλέον τιμώμενες εἰκόνες, ποὺ  λατρεύονται ἕνεκα τῆς Θαυματουργίας τους καὶ τῆς ἀρχαιότητός τους, μαζὶ μὲ τὴν Μεγαλοσπηλαιώτισσα καὶ τὴν Παναγία τῆς Ξενιᾶς. Χαρακτηρίζει τὴν εἰκόνα  ζωγραφισμένη ὡς:
«γλυκυτάτης καὶ θελτικῆς παραστάσεως, ἡ πανηγυρίζουσα ἐν τῇ Αἰτωλίᾳ παμμεγίστη καὶ ὑπέρφορτος ἀναθημάτων». 
Ἀκόμη, στὰ 1926 ἐπίσης στὴν  2η ἔκδοση τῆς Ἱστορίας τῆς Παναγίας τῆς Εἰκονίστριας τοῦ Ἐπιφανίου Δημητριάδη, μὲ ἐπιστασία τοῦ Ἀλ. Παπαδιαμάντη καὶ νέα ἐπιμέλεια ἀπὸ τὸν Ἀλέξανδρο Μωραϊτίδη, σὲ σημείωση στὴ σελ. 9 περὶ τῆς εὑρέσεως τῆς εἰκόνας τῆς Εἰκονίστριας, ὁ Μωραϊτίδης ἀναφέρει πάλι περὶ Παναγίας Προυσιωτίσσης:
«Ἡ εὕρεσις τῆς ἁγίας αὐτῆς Εἰκόνος φαίνεται ὅτι ἐγένετο λήγοντος τοῦ ΙΖ΄αἰῶνος, περὶ τὸ 1660. Τὸ ἔτος ἐκεῖνο καὶ ἄλλαι θαυματουργαὶ εἰκόνες τῆς Θεοτόκου εὑρέθησαν ἀλλαχόσε καὶ ἰδίως ἡ Παναγία ἡ Προυσιώτισσα ἡ ἐν Εὐρυτανίᾳ»
Ἐπιπλέον, στὸ γνωστὸ καὶ ἀπὸ τὰ θελκιτότερα τῶν διηγημάτων τοῦ Μωραϊτίδη «Τὸ τάξιμον» ἡ ἡρωΐδα τοῦ διηγήματος, ἡ Φώτω ἦταν ἐκ μητρὸς Καρπενησιώτισσα θυγατέρα:
«…τῆς ἀτυχοῦς Καλούλας, θυγατρὸς μεγαλοκτηματίου τῆς Εὐρυτανίας, ἀποθανούσης κατὰ τὸν τοκετόν, τῆς ὡραίας Φώτως».
Πατέρας της,
«ὁ ταγματάρχης τοῦ Πεζικοῦ Εὐθύμιος Ντοῦσκος, υἱὸς ἀνδρείου ὁπλαρχηγοῦ τοῦ Σουλίου».
ὁ ὁποῖος μετὰ τὴν Ἐπανάστασιν
«διεκρίθη ἐνωρὶς εἰς τὴν καταδίωξιν τῆς λῃστείας … ἀποκτήσας ὄνομα δεξιοῦ ἀποσπασματάρχου».
Ὁ ὀρφανὴ Φώτω μεγάλωσε στὸ Καρπενῆσι μέχρι τὴν ἡλικία τῶν 12 ἐτῶν ὑπὸ τὴν αὐστηρὰ κηδεμονία τῆς ἀδελφῆς τῆς μητέρας της. Κατόπιν, ὁ πατέρας της τὴν μεταφέρει στὴν Ἀθήνα, σὲ Παρθεναγωγεῖο.
Στὴ σχέση τοῦ Μωραϊτίδη μὲ τὸ Καρπενῆσι μπορεῖ νὰ συναριθμηθεῖ καὶ ἡ προσωπική του γνωριμία μὲ τὸν Καρπενησιώτη λογοτέχνη καὶ Ἀκαδημαϊκὸ Ζαχαρία Παπαντωνίου. Συμμετεῖχαν στὶς ἀγρυπνίες τοῦ Ἁγίου Ἑλισσαίου, ὁ δὲ Μωραϊτίδης ἐκκλησιαζόταν στὸν ναὸ τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς ὁδοῦ Ἀκαδημίας, ὅπου καὶ ὁ Παπαντωνίου ἦταν μέλος τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐπιτροπῆς, εἶχε δὲ δημοσιεύσει γιὰ τὸ ἔργο καὶ τὴν προσωπικότητα τοῦ Μωραϊτίδη στὸν Ἀθηναϊκὸ Τύπο.
Ζαχαρίας Παπαντωνίου

Ἴσως ἀναρωτηθεῖ κάποιος, γιατὶ  εἶναι σημαντικὸ ἕνα ταξιδιωτικὸ τοῦ Ἀλ. Μωραϊτίδη γιὰ τὴν ἱστορία τοῦ Καρπενησίου; Ποιούς ἀπασχολεῖ ὁ Μωραϊτίδης καὶ τὸ ἔργο του; «Τοὺς καθαροὺς καὶ τοὺς ἐλαφροΐσκιωτους» θὰ ἔλεγε ὁ τριτεξάδελφός του Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης· ἢ πῶς ὄχι; κάποιους, ὅπως ὁ σαϊτεύων λογισμοὺς ὡς «Ἔμφρων» ψευδωνυμοῦχος τῶν Χρονικῶν Δυτικῆς Μακεδονίας τῶν Γρεβενῶν, ἀλλὰ καὶ ὁ λειτουργὸς τοῦ Ὑψίστου ἀπὸ τὴν καταγάλανη ἀδελφούλα τῆς Σκιάθου, τὴν Πεπάρηθον, τὴν «νῆσον τῶν νοσταλγῶν», τὸ «πλακερὸν ψωμάκι» τὸ ριφθὲν ὑπὸ τοῦ Ὤτου ἀπὸ τῆς Ὄσσης εἰς τὸ Αἰγαῖον, καθὼς καὶ ὁ κὺρ Νῖκος ὁ Γρηπονησιώτης ἀπὸ τό «ρεῖθρον τοῦ Εὐρίπου τὸ δροσερόν».
Ὁ Βλάσης Γαβρηλίδης (1848-1920), μεγάλος ἀναμορφωτὴς τῆς ἑλληνικῆς δημοσιογραφίας καὶ πνευματικὸς ἡγέτης, ὁ «πατέρας» τῆς δημοσιογραφίας τῆς σύγχρονης Ἑλλάδας, διευθυντής, ἰδιοκτήτης καὶ ἐκδότης τῆς ἐφ. «Ἀκρόπολις», ὅπου δημοσιεύτηκε τὸ ταξίδι τοῦ Μωραϊτίδη στὸ Καρπενῆσι, ὁ ὁποῖος μεταξὺ ἄλλων ποὺ κατὰ καιροὺς ἔγραψε γιὰ τὸν Μωραϊτίδη, σημειώνει γι᾿ αὐτόν:
«Πρέπει νὰ ἀναγνωρισθῇ οἱονεὶ σήμερον … ὡς εἷς πρωταγωνιστὴς ἀπροσπελάστου ὕψους τῆς φιλολογικῆς σκηνῆς μας, ὣς ἓν πνεῦμα καταπληκτικῆς γονιμότητος καὶ πραξιτελείου κάλλους τοῦ γραμματικοῦ ἡμῶν κόσμου, ὡς ποιητὴς ὅστις θὰ ἐτίμα καὶ θὰ ἐδόξαζε καὶ θὰ ἐκάλλυνε πᾶσαν ξένην, νέαν ἢ παλαιὰν φιλολογίαν.
Οὐδὲν παρθενικώτερον, οὐδὲν λευκότερον τῆς φιλολογικῆς δυνάμεως τοῦ Μωραϊτίδου. Τὸν ὠνόμασαν, ὡς διηγηματογράφον, πολὺ δικαίως, Ἕλληνα Δίκενς»
Αὐτῆς τῆς ἐμβέλειας προσωπικότητα ἦταν ὁ πρωτοπόρος τῆς νεοελληνικῆς ταξιδιογραφίας Ἀλέξανδρος Μωραϊτίδης, ποὺ ὅσο τὸν διαβάζεις τόσο νοστιμίζει· ὁ λαμπρὸς καὶ σπινθηροβόλος ἐπισκέπτης τοῦ Καρπενησιοῦ, ἔστω καὶ ὡς «δημοσιογραφικὸς ταξειδιώτης».
Κωνσταντῖνος Σπ. Τσιώλης.

Τρίτη, 3 Οκτωβρίου 2017

H ΚΑΡΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΤΟΥ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΟΥ, ΠΟΛΙΟΥΧΟΥ ΤΗΣ ΠΟΛΕΩΣ ΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ, ΣΤΟ ΚΑΡΠΕΝΗΣΙ


ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης (; -96 M.X.), πολιοῦχος τῆς πόλεως τῶν Ἀθηνῶν, καὶ προστάτης ἅγιος τῶν Δικαστικῶν, τοῦ ὁποίου ἡ μνήμη στὶς 3 Ὀκτωβρίου, καταγόταν ἀπὸ τὴν πόλη τῶν Ἀθηνῶν. 

Ἔζησε καὶ μαρτύρησε τὰ χρόνια ποὺ αὐτοκράτορας ἦταν ὁ Δομετιανός. Διακρίθηκε γιὰ τὴ φιλοσοφική του κατάρτιση καὶ τὴ βαθιά του καλλιέργεια.
Παναγιώτης  Η. Πουλίτσας  

Ὁ Παναγιώτης Πουλίτσας (Γεράκι Λακωνίας1881 - Ἀθήνα16 Ἰανουαρίου 1968) ἦταν Ἕλληνας ἀνώτατος δικαστικός, πρόεδρος τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείαςμέλος τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν καὶ προσωρινὸς πρωθυπουργὸς τῆς Ἑλλάδας. Στὰ 1909 ὑπηρετώντας ὡς πρωτοδίκης στὸ Καρπενήσι κατέγραψε καὶ συγκέντρωσε ἐπιγραφὲς ἐνθυμήσεις καὶ σιγίλλια ἀπὸ τὸ Καρπενήσι  καὶ τὶς πέριξ τοῦ Καρπενησίου περιοχές. Σὲ μία ἀπὸ αὐτές, ποὺ κατέγραψε στὴ μονὴ Κουμασίων (Γενέσιον τῆς Θεοτόκου) τοῦ Καρπενησίου, ἀναφέρεται ἡ ὕπαρξη στὴ Μονὴ τῆς «ἁγίας καὶ τρισολβίου Κάρας» τοῦ ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου. Τὴν ἀχρονολόγητη αὐτὴ ἐνθύμηση κατέγραψε ἀπὸ χειρόγραφο τῆς Μονῆς, στὸ ὁποῖο εἶχε γραφεῖ ἀπὸ τὸν γνωστὸ λόγιος καὶ προεστὸ τοῦ Καρπενησίου Γεώργιο Ἀναγνώστη Ἰατρίδη (1789-1869) καὶ ἔχει ὡς ἑξῆς:

«Κανὼν παρακλητικὸς εἰς τὸν Ἅγιον Ἱερομάρτυρα Διονύσιον τὸν Ἀρεοπαγίτην, ψαλλόμενος ἐν τῇ Ἱερᾷ Μονῇ τῆς ὑπεραγίας Θκου, τῆς ἐπιλεγομένης τῶν Κουμασίων ἢ Καταφύγιον, ἔνθα κεῖται ἡ ἁγία καὶ τρισόλβιος αὐτοῦ Κάρα ….
Χεὶρ Γεωργίου Ἀναγνώστου Ἰατρίδου
τοῦ ἐκ Καρπενησίου».[1]
Γεώργιος Ἀναγνώστης Ἰατρίδης (1789-1869)

Ἡ Κάρα σωζόταν, σύμφωνα μὲ προφορικὲς μαρτυρίες, μέχρι τὰ χρόνια Κατοχῆς. Ὅπως σημειώνει ὁ ἐκ Καρπενησίου συγγραφέας Γιάννης Ἀνάργυρος Μαυρομύτης:
«Ὕστερα  ἀπὸ τὴν καταστροφὴ τοῦ Καρπενησιοῦ ἀπὸ τὰ Γερμανικὰ στρατεύματα κατοχῆς, μέσα Αὐγούστου 1944, οἱ Γερμανοὶ προχώρησαν νοτίως τοῦ Καρπενησιοῦ μὲ σκοπὸ νὰ καταστρέψουν τὸ μοναστήρι τῶν Κουμασιῶν (Καταφυγίου), τὸ ὁποῖο ὁ στρατὸς τοῦ ΕΛΑΣ χρησιμοποιοῦσε ὡς ἐργαστήριο ἐπισκευῆς ὅπλων. Οἱ Γερμανοὶ εἶχαν πληροφορίες γι’ αὐτὸ ἀπὸ κατάσκοπό τους, ποὺ διέμενε ἀπὸ καιρὸ στὸ χωριὸ Κορυσχάδες, προφασιζόμενος τὸν ἀντιχιτλερικό. Μία κοπέλα, ἡ Δήμητρα Εὐαγγέλου Μαυρομύτη, σύζυγος κατόπιν τοῦ Περικλῆ Ἀνδρ. Νούλα,16 περίπου ἐτῶν τότε, ποὺ διέμενε στὸ πλησιόχωρο πρὸς τὸ Μοναστήρι χωριὸ Βουτύρου, μαζὶ μὲ κάποιους ἄλλους, πῆγαν στὰ Κουμάσια καὶ πῆραν λειψανοθήκη, δισκοπότηρο, καὶ ἄλλα ἱερὰ λειτουργικὰ σκεύη, τὰ ὁποῖα τύλιξαν μὲ πανιὰ καὶ τὰ ἔθαψαν κοντὰ στὸ μοναστήρι.
Τὰ γράφω ὅπως μοῦ τὰ διηγήθηκε ἡ ἴδια ἡ θεία μου, ποὺ ἀπεβίωσε τὸ 2016.
   Καρπενήσι, 5-10-2017. Ἀνάργυρος-Γιάννης Μαυρομύτης».
8 Σεπτ. 1933. Τὸ Γενέσιον τῆς Θεοτόκου. Πανηγυριστὲς στὴ μονὴ Κουμασίων.(ἀρχεῖο Γιάννη Μάκκα)

Ἀπὸ τότε ἀγνοεῖται ὁ τόπος ὅπου πιθανὸν εὑρίσκεται. 
Σημείωση στὴν ὀπίσθια πλευρὰ τῆς φωτογραφίας.

Πάντως, στὸ Καρπενήσι καὶ στὶς πέριξ αὐτοῦ περιοχὲς ἀπαντᾶ συχνὰ τὸ ὄνομα Διονύσιος καὶ ἐνδεχομένως παραπέμπει στὴν ἰδιαίτερη τιμὴ τῆς μνήμης τοῦ Ἁγίου λόγῳ τῆς Κάρας του στὴ μονὴ Κουμασίων.
Κωνσταντῖνος Σπ. Τσιώλης




[1] Παναγιώτης Η. Πουλίτσας, «Ἐπιγραφαί, ἐνθυμήσεις καὶ σιγίλλια ἐξ Εὐρυτανίας», Ἐπετηρὶς Ἑταιρείας Εὐρυτάνων Ἐπιστημόνων, τ. 1, [Ἑταιρεία Εὐρυτάνων Ἐπιστημόνων], Ἀθήνα 1990, σ. 165. 

Πέμπτη, 28 Σεπτεμβρίου 2017

ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΣΤΟ ΚΑΡΠΕΝΗΣΙ

«Τὸ Καρπενήσι στὴ διαχρονική  του πορεία, ἀπὸ τὴν ἀρχαιότητα ὡς τὶς μέρες μας»
Τὸ Εὐρωπαϊκὸ Κέντρο Εὐρυτανικῶν Σπουδῶν καὶ Ἐρευνῶν (ΕΥΚΕΣΕ) σὲ συνεργασία μὲ τὴν ἱστορική «Πανευρυτανικὴ Ἕνωση», τὰ Γενικὰ Ἀρχεῖα τοῦ Κράτους (ΓΑΚ) Ἀρχεῖα Ν. Εὐρυτανίας καὶ τὸν σύλλογο Καρπενησιωτῶν «Τὸ Βελούχι» πραγματοποιοῦν στὸ Καρπενήσι,  ἀπὸ18 ἕως 21 Ὀκτωβρίου 2017, ἐπιστημονικὸ συνέδριο μὲ θέμα:
«Τὸ Καρπενήσι στὴ διαχρονική  του πορεία, ἀπὸ τὴν ἀρχαιότητα ὡς τὶς μέρες μας»
Ὡς «Ἑλληνομουσεῖον Ἀγράφων» μετέχουμε μὲ δύο εἰσηγήσεις:
1. 18/10/2017: Δύο ἐπιστολὲς τοῦ Νέων Πατρῶν Πολυκάρπου πρὸς τὸν ἰατρὸ Δημήτριο  Καροῦσο στὸ Καρπενήσι.
2. 19/10/2017: «Ὅλα ἐν τῷ Καρπενησίῳ μεγαλοπρεπῆ».  Τὸ ταξίδι τοῦ  Ἀλεξάνδρου Μωραϊτίδη στὸ Καρπενήσι.
1
2
Ἰδοὺ τὸ πρόγραμμα τοῦ Συνεδρίου:








3



4
5
6
Κωνσταντῖνος Σπ. Τσιώλης

Τρίτη, 26 Σεπτεμβρίου 2017

13(26) ΣΕΠΤEMBΡΙΟΥ. ΜΝΗΜΗ ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΓΡΑΝΙΤΣΑ (1880- 13 Σεπτ.1915)

Ἄρθρο  τοῦ Στέφανου Γρανίτσα γιὰ τὸν Ἀλέξανδρο Παπαδιαμάντη.
Στὶς 13(26) Μαρτίου 1908, στὸν φιλολογικὸ Σύλλογο «Παρνασσός» ἑορτάζεται ἡ «Εἰκοσιπενατετηρίς» τοῦ Ἀλεξάνδρου Παπαδιαμάντη ὑπὸ τὴν αἰγίδα τῆς πριγκίπησσας Μαρίας Βοναπάρτη. Μὲ τὴν εὐκαιρία αὐτῆς ἐκδηλώσεως ὁ ἀγραφιώτης λόγιος, δημοσιογράφος Στέφανος Γρανίτσας (1880-1915) δημοσιεύει στὴν ἐφημερίδα «Χρόνος» τῆς 13ης Μαρτίου 1908 ἕνα ἄρθρο μὲ τίτλο «Ἡ ἀποψινὴ ἑσπερίς» καὶ ὑπότιτλο «Ἀ. Παπαδιαμάντης» καὶ ὑπογραφὴ Σ. Γρανίτσας. Τὸ ἄρθρο ἀναδημοσιεύται, μὲ πολλὲς γλωσσικὲς ἀλλαγές καὶ μὲ τίτλο «Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης»,  στὸ ἔργο τοῦ Μάρκου Γκιόλια «Ἅπαντα Στέφανου Γρανίτσα».[1]

Μὲ τὴν εὐκαιρία τῆς ἐπετείου τοῦ προώρως θανέντος Στέφανου Γρανίτσα [ 13(26) Σεπτεμβρίου 1908], δημοσιεύουμε στὸ ἱστολόγιό μας τὸ ἄρθρο χωρὶς ἀλλαγὲς στὴν ὀρθογραφία, ὅπως τὸ καταχωρίζει ὁ Γρανίτσας στὴν ἐφ. «Χρόνος» τῆς ὁποίας ὑπῆρξε διευθυντικὸ στέλεχος. 

 H ΑΠΟΨΙΝΗ ΕΣΠΕΡΙΣ
[Α. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ]
υὸ πράγματα συμβαίνουν μὲ τὰς μεγάλας μορφὰς τῆς σκέψεως καὶ τοῦ αἰσθήματος. Ἤ ἐφανερώθησαν πολὺ ἐνωρὶς γιὰ τὴν φυλήν των καὶ ἑπομένως αὐτὴ πρέπει νὰ βαδίσῃ μακρυὰ διὰ νὰ τὰς συναντήσῃ ἢ εἶνε ὡραῖαι ἀνθήσεις τῆς βαθυτέρας οὐσίας τῆς ἐποχῆς των καὶ τότε συμβαίνει ὅ,τι εἰς τὰ βουνά. Φαίνονται ὑψηλὰ καὶ ὡραῖα μόνον ἀπὸ μακρυά. Ὁ Παπαδιαμάντης εἶναι τὸ μεγάλον βουνὸν τῆς ἐποχῆς αὐτῆς, μία φυσιογνωμία τῆς ψυχῆς της, ἡ ὁποία θὰ φαίνεται ὡραία καὶ μεγάλη μίαν φορὰν καὶ ἕναν καιρόν, ὅπου τοὺς τωρινοὺς καιροὺς θὰ τοὺς ἀγκαλιάζῃ ὁ Θρύλος.

Εἰς αὐτὸν τὸν Σολωμόν, τὸν Βαλαωρίτην καὶ τὸν Κρυστάλλην θὰ καθρεφτίζεται ἕνα μακρυνὸν καιρόν ἡ  ψυχὴ μιᾶς ἐποχῆς, ὡσὰν ἐπάνω εἰς ἕνα ραγισμένον καθρέφτην. Ἀπὸ τὸν ποιητὴν τῶν «Ἐλευθέρων Πολιορκημένων» καὶ τοῦ «Ὕμνου πρὸς τὴν Ἐλευθερίαν» ἀναβαίνει ἡ κόκκινη φεγγοβολὴ  τῆς ψυχῆς τοῦ Εἰκοσιένα. Ἀπὸ τὸν Κρυστάλλην χύνεται ἡ Θεία μουσικὴ τῶν ἑλληνικῶν βουνῶν, ἐπάνω εἰς τὰ ὁποῖα ἐπρωτοεπερπάτησε τὸ ὅραμα τῆς Ἐπαναστάσεως. Ἀνάμεσά των στέκει ἡ μεγάλη πνοὴ τῆς ρουμελιώτικης ψυχῆς, ἡ ὁποία λέγεται Βαλαωρίτης, ἡ πότε βουΐζουσα ἀπὸ τὸ ἄγγιγμα τῆς Ἐποποιΐας καὶ πότε σφυρίζουσα τὰ ὡραιότερα κελαϊδήματα τῆς ἀκαρνανικῆς ψυχῆς.
Γύρω εἰς  αὐτὸν τὸν κόσμο τοῦ Σολωμοῦ, τοῦ Κρυστάλλη καὶ τοῦ Βαλαωρίτη ὑφαίνεται ὡς μία κορνίζα ὁ Παπαδιαμάντης. Ὁμοιάζει σὰν τὴν θρυλικῆς εὐμορφιᾶς Ροὺθ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ποὺ ἐμάζευε τὰ στάχυα τῶν θερισμένων ἀγρῶν. Ἐπάνω εἰς τὰ βουνὰ καὶ τὰ χωράφια καὶ ὁλόγυρα ἀπὸ τὰ ἀκρογιάλια ὅπου ἡπλώθη ὁ θυμὸς καὶ ἡ  ὡραιότης τῆς ἑλληνικῆς ψυχῆς ἀπόμειναν πολλὰ πράγματα, ποὺ φαίνονται τίποτε καὶ τὰ ὁποῖα ὅμως ἀποτελοῦν μεγάλας γραμμὰς τῆς ἐποχῆς. Τὰ καϊκάκια καὶ ἡ γαλανὴ ζωὴ τῶν Ψαράδων ἀνάμεσα ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἐπήδησαν οἱ  Κανάρηδες, τὰ ἐκκλησάκια καὶ τὸ μοσχοβόλημα τῆς βαθειᾶς χριστιανικῆς ἀνατροφῆς τοῦ Λαοῦ, ἐπάνω εἰς τὴν ὁποία ἐβασίσθη, ἐμέστωσνε, ὑψώθη ἐγιγαντώθη ἡ Ἐπανάστασις, τὰ ἀρχοντόσπιτα , γύρω ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἐδέθη ὡς ἀπὸ ἀταράχους κορμοὺς καὶ ἐβύζαξε τὸν ὀπὸν τῆς ζωῆς ὡς κισσὸς ἀπὸ πολύχυμα δένδρα. Ὅλης αὐτῆς τῆς ζωῆς, ἡ  ὁποία τώρα πεθαίνει καὶ ἀπὸ τὴν ὁποία ἐρρόφησε γάλα ρώμης ἡ Ἰδέα τοῦ Σκουφᾶ καὶ τοῦ Ξάνθου, ὁ μεγαλείτερος, ὁ ὡραιότερoς, ὁ ὑπέροχος γλύπτης εἶνε ὁ Παπαδιαμάντης. Ἀνυψώνετα εἰς κομμάτια ὡραιότητoς ἀναγλύψων τοῦ Κεραμεικοῦ. Εἰς  ὀλίγα ἔργα τῆς παγκοσμίου φιλολογίας βλέπομεν τὴν Τέχνην νὰ εἶνε τόσον ὡραια, διότι εἶνε μόνο Φύσις. Διότι τὸ οὐσιαστικώτερον γνώρισμα, ἡ βαθυτέρα ὡραιότης  τῶν διηγημάτων τοῦ Παπαδιαμάντη εἶνε τὸ ὅτι δὲν ἐγγίζουν καμμίαν τεχνοτροπίαν, δὲν ἐνθυμίζουν καμμίαν φόρμαν διηγήματος, δὲν συνεχίζουν τὴν ἠχὼ καμμιᾶς Σχολῆς. Φεύγουν ὡσὰν γεροντικαὶ διηγήσεις δίπλα εἰς τὸ τζάκι, διηγήσεις οἱ ὁποῖες κάπoτε θαρρεῖς πῶς γίνονται ὡσὰν ἀπὸ φλυαρία, κἄπoτε ὡσὰν ἀπὸ θυμόν, ἀπὸ ἔρωτα πρὸς τὰ παλαιὰ πράγματα, ἀπὸ παράπονα νοσταλγίας, ἀπὸ θλίψεις ἀναμνήσεων, ἀπὸ χαρὰ ὑπερηφανειῶν, κἄτι τι ἀπὸ ὅλα αὐτά. Ἀρχίζει ὡς διήγημα, ἔπειτα γίνεται μία κουβέντα γυναικούλας, προχωρεῖ ὡς κύριον ἄρθρον ἐφημερίδος καὶ τελειώνει ὡς παραμῦθι. Οἱ ἥρωες καὶ ἡρωΐδες του τώρα φαίνονται σὰν πρόσωπα παραμυθιοῦ καὶ ἔπειτα σοῦ λέγει ὅτι ὁ Ζάχος «κατήγετο ἀπὸ τὴν οἰκογένειαν τῆς Πασίνας, οὕτω συνήθως ἐκαλεῖτο ἡ μάνα του. Θαρρῶ πὼς ἦταν αὕτη δευτέρα ἐξαδέλφη τοῦ πατρός μου».
Ποτὲ ἡ ψυχολογία, ἡ παρατήρησις, ἡ φιλοσοφία δὲν ντύθηκαν λιτοτέραν, ὡραιοτέραν, ἡδονικωτέραν στολήν. Κάτω ἀπὸ αὐτὰ τὰ παραμυθάκια λέγονται πράγματα, χορεύουν σκέψεις, ἁπλώνονται ὠκεανοὶ αἰσθημάτων, βουρδουλίζονται κωμικότητες, ὑμνολογοῦνται ὡραιότητες, φωτογραφοῦνται μεγάλoι χαρακτῆρες, πηδοῦν βαθύτατοι θρῆνοι, τραγουδοῦν παρθενικοὶ ἔρωτες, ζοῦν τέλος τεράστιοι κόσμοι. Ὅλον αὐτὸ τὸ χάoς τῆς κοινωνικῆς ἱεραρχίας, τὸ δημιουργηθὲν ἀπὸ τὴν θρασύτητα τῆς ψευτοαρχοντιᾶς τοῦ πλούτου, ἡ ὁποία σηκώνει τὸ πόδι νὰ πατήσῃ τὴν ἀληθινὴν ἀρχοντιὰ τοῦ τ ζ α κ ι ο ῦ, πετιέται ὡς ἕνα ὡραῖoν ἄγαλμα ἀνάμεσα ἀπὸ ὀλίγες γραμμὲς ἑνὸς διηγήματος.

Μία ἀρχόντισσα παλῃᾶς ἐποχῆς καὶ τώρα φτωχὴ ἐπῆγε μίαν ἡμέραν εἰς τὴν ἐκκλησίαν καὶ εὗρεν εἰς τὸ στασίδι της μία νιόνυφη ἑνὸς πλουσίου μπακάλη. Οἱ θυμοὶ τότε τοῦ εὐγενικοῦ αἵματός της ἐξαπολύονται ὡσὰν κεραυνοί. Ὅλη ἡ ἀναίδεια τοῦ ψευδoαριστoκρατισμoῦ, ὅλος ὁ θρῆνος τοῦ θανάτου μιᾶς ἀρετῆς, τὴν ὁποία οἱ  ἀρχαῖοι εἶχαν ὡς βάσιν κοινωνίας, φεύγει εἰς ὀλίγας γραμμὰς ἀπ᾿  ἐκείνας τὰς ὁποίας ἐνῷ τὰς διαβάζoμεν πίνομεν χασίς, βλέπομεν ὑπέροχα ὁράματα καὶ μετ᾿ ὀλίγον οὔτε κἂν ἐνθυμούμεθα τί ἐδιαβάσαμεν. Ὁμοιάζουν τὰ διηγήματά του ὡσὰν τὸ μαγεμένο περιβόλι τῆς Λάμιας, διὰ τὸ ὁποῖον, ὅπως διηγεῖται τὸ παραμύθι, ὅσοι ἐπήγαιναν μέσα ἔφευγαν μεθυσμένοι ἀπὸ τὴν εὐμορφιάν του χωρὶς νὰ ἐνθυμοῦνται τί εἶδαν καὶ τί ἤκουσαν ...
                                                                                                                    Σ.  Γρανίτσας "           



[1]Μάρκος Γκιόλιας, Ἅπαντα Στέφανου Γρανίστα, ἐκδ. Τυμφρηστός, Ἀθήνα 1970, σ. 308-310.

Κωνσταντῖνος Σπ. Τσιώλης